Γιατί η ελληνική αμυντική βιομηχανία δεν καταφέρνει να παρουσιάσει ένα ολοκληρωμένο σύστημα anti‑drone

Εικόνα με βοήθεια του ChatGpt

Μπάμπης Παπασπύρος

Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε μια μάλλον παράδοξη κατάσταση στον χώρο της αμυντικής τεχνολογίας.

Από τη μία πλευρά, η ελληνική αμυντική βιομηχανία έχει αποδείξει ότι διαθέτει ανθρώπους, τεχνογνωσία και υποδομές ικανές να αναπτύξουν σύγχρονες τεχνολογίες. Από την άλλη, δυσκολεύεται ακόμη να μετατρέψει αυτές τις επιμέρους τεχνολογικές δυνατότητες σε ένα ολοκληρωμένο, πιστοποιημένο, επιχειρησιακό και εξαγώγιμο αμυντικό προϊόν.

Και ίσως πουθενά δεν φαίνεται περισσότερο αυτή η αντίφαση από τον χώρο των anti-drone συστημάτων.

Η Ελλάδα δεν ξεκινά από το μηδέν. Πολύ πριν τα drones γίνουν η κυρίαρχη απειλή του σύγχρονου πεδίου μάχης, η χώρα είχε από το 1990 αναπτύξει δικά της UAV, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον  "ΠΗΓΑΣΟ" . Σήμερα, τέσσερις  δεκαετίες αργότερα, η ΕΑΒ έχει αναπτύξει μια οικογένεια τεχνολογιών αντιμετώπισης μη επανδρωμένων συστημάτων, με τον Κένταυρο, τον Τηλέμαχο και τον Υπερίωνα. Η ίδια η ΕΑΒ αναφέρει ότι ο Κένταυρος ξεκίνησε ως αυτοχρηματοδοτούμενο ερευνητικό πρόγραμμα το 2019, ολοκλήρωσε επιτυχείς δοκιμές το 2023 και στη συνέχεια πέρασε στη γραμμή παραγωγής. 

Ο Κένταυρος μάλιστα έχει αποκτήσει πραγματική επιχειρησιακή εμπειρία, ενώ υπάρχουν πλέον και προσπάθειες ενσωμάτωσής του σε ευρύτερα συστήματα αεράμυνας, όπως το BARAK-MX.

Η Ελλάδα διαθέτει: 

  • Anti-drone Radar
  • EO/IR αισθητήρες υψηλής ποιότητας RF δέκτες & παρεμβολείς 
  • λογισμικό C2 και fusion engines
  • συστήματα επικοινωνιών
  • μικρά UAV και UGV
  • εμπειρία από τα 3 C‑UAS της ΕΑΒ
  • εταιρείες με εξειδίκευση σε, AI, tracking, RF detection

Με άλλα λόγια, πολλά από τα κομμάτια ενός σύγχρονου C-UAS υπάρχουν ήδη.

Τι λείπει λοιπόν;

Δεν μας λείπει απαραίτητα η τεχνολογία. Μας λείπει το integration. Εδώ βρίσκεται, κατά την άποψή μου, το πραγματικό πρόβλημα.

Ένα σύγχρονο anti-drone δεν είναι απλώς ένα radar, ένας jammer ή μια κάμερα. Είναι ένα σύστημα συστημάτων. Πρέπει να μπορεί να ανιχνεύσει την απειλή, να την εντοπίσει, να τη χαρακτηρίσει, να την ταυτοποιήσει, να συνδυάσει διαφορετικούς αισθητήρες, να δημιουργήσει ενιαία εικόνα αεροπορικής κατάστασης, να αποφασίσει ποιος αισθητήρας θα χρησιμοποιηθεί και τελικά να αντιμετωπίσει την απειλή. Όλα αυτά πρέπει να γίνονται μέσα σε ελάχιστο χρόνο.

Ακριβώς αυτή είναι η λογική που βλέπουμε σε διεθνή προϊόντα.

Το Drone Dome της Rafael, που προμηθευτήκαμε, στο πλαίσιο της Ασπίδας του Αχιλλέα, για παράδειγμα, δεν είναι ένας μεμονωμένος αισθητήρας. Η ίδια η Rafael περιγράφει το σύστημα ως συνδυασμό radar, EO/IR, RF direction finding, RF detection/DTOA, jamming και C2. Το C2 λειτουργεί ως ο «εγκέφαλος» που ενοποιεί τις πληροφορίες των αισθητήρων και των effectors σε μία ενιαία επιχειρησιακή εικόνα. 

Και εδώ υπάρχει ένα πολύ ενδιαφέρον παράδειγμα για την ελληνική περίπτωση.

Το RPS-42, που χρησιμοποιείται ως επιλογή radar στο Drone Dome, είναι προϊόν της RADA, εταιρείας που έχει ενταχθεί στη Leonardo. Η ίδια η Leonardo παρουσιάζει το RPS-42 ως AESA pulse-Doppler radar για αεροπορικούς στόχους, συμπεριλαμβανομένων UAV.

Άρα το επιχείρημα ότι «για να φτιάξουμε ένα ολοκληρωμένο anti-drone πρέπει να κατασκευάζουμε πχ και το radar από το μηδέν» είναι λανθασμένο.

Δεν χρειάζεται να φτιάξεις όλα τα υποσυστήματα. Πρέπει να ξέρεις να τα ενσωματώνεις.

Αυτό είναι το μεγάλο μάθημα.

Το ίδιο μοντέλο ακολουθεί ολόκληρη η σύγχρονη αμυντική βιομηχανία

Η Leonardo, για παράδειγμα, περιγράφει τα ολοκληρωμένα συστήματα αεράμυνας ως λύσεις «system-of-systems», συνδυάζοντας radar, C2, επικοινωνίες, EW και άλλα υποσυστήματα, ενώ ταυτόχρονα δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην ικανότητα integration υπαρχόντων συστημάτων. 

Αυτό είναι κάτι που πρέπει να κατανοήσουμε και στην Ελλάδα. Δεν είναι απαραίτητο η ελληνική βιομηχανία να γίνει αύριο Leonardo, Rafael ή Thales. Μπορεί όμως να γίνει system integrator και μάλιστα σε έναν τομέα όπου έχει ήδη σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα: τα C-UAS.

Γιατί λοιπόν δεν έχει συμβεί ακόμη;

Υπάρχουν αρκετοί λόγοι.

Πρώτον, η ελληνική αμυντική βιομηχανία έχει παραδοσιακά λειτουργήσει περισσότερο ως προμηθευτής υποσυστημάτων, υποκατασκευαστής, MRO ή υπεργολάβος, παρά ως prime contractor ενός πλήρους οπλικού συστήματος.

Δεύτερον, υπάρχει έλλειψη ενός σταθερού μοντέλου κρατικής ζήτησης που να λειτουργεί ως κύριος πελάτης. Μια εταιρεία δύσκολα θα επενδύσει εκατομμύρια για να ολοκληρώσει ένα προϊόν εάν δεν γνωρίζει εάν οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις θα το αξιολογήσουν, θα το πιστοποιήσουν και τελικά θα το προμηθευτούν.

Τρίτον, υπάρχει το πρόβλημα της πιστοποίησης και της επιχειρησιακής ωρίμανσης. Άλλο να έχεις ένα επιτυχημένο πρωτότυπο και άλλο ένα προϊόν που μπορεί να παραδοθεί σε στρατό άλλης χώρας με τεχνικό φάκελο, υποστήριξη, εκπαίδευση, logistics, cybersecurity, EMC/EMI πιστοποιήσεις και κύκλο ζωής.

Τέταρτον, υπάρχει το πρόβλημα της συνεργασίας μεταξύ των ελληνικών εταιρειών.

Μπορεί να υπάρχει μία εταιρεία με radar, μία με EO/IR, μία με jammer, μία με C2 και μία με communications.

Αλλά ποιος θα τις ενώσει; Ποιος θα αναλάβει την ευθύνη για το τελικό προϊόν; Ποιος θα υπογράψει ως prime contractor; Ποιος θα εγγυηθεί ότι όλα τα υποσυστήματα λειτουργούν μαζί;

Αυτό είναι το κρίσιμο ερώτημα.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να κατασκευάσει ένα «ελληνικό Drone Dome»

Ίσως χρειάζεται κάτι διαφορετικό και πιο ρεαλιστικό.

Ένα ελληνικό, αρθρωτό C-UAS οικοσύστημα στο οποίο πχ, το radar, οι δέκτες RF, ο παρεμβολέας οι κάμερες, ο πυρήνας C2 και το integration θα είναι ελληνικά, ενώ κάποια υποσυστήματα θα μπορούν να προέρχονται και από ξένες εταιρείες.

Ένα ολοκληρωμένο σύστημα του οποίου η αρχιτεκτονική να είναι ανοικτή.

Έτσι, αύριο μπορείς να αντικαταστήσεις το radar με ένα καλύτερο radar, να προσθέσεις νέο EO/IR, να αλλάξεις jammer ή να προσθέσεις kinetic interceptor χωρίς να ξανασχεδιάσεις ολόκληρο το σύστημα.

Αυτό ακριβώς είναι η αξία της αρθρωτής αρχιτεκτονικής.

Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη ευκαιρία της Ελλάδας. Η χώρα δεν πρέπει να προσπαθήσει να ανταγωνιστεί τους μεγάλους αμυντικούς ομίλους σε όλα.

Δεν χρειάζεται να κατασκευάσει μαχητικό αεροσκάφος, φρεγάτα ή αντιαεροπορικό σύστημα μεγάλης εμβέλειας για να αποκτήσει θέση στη διεθνή αγορά. Μπορεί να επιλέξει συγκεκριμένες τεχνολογικές περιοχές όπου διαθέτει ήδη κρίσιμη τεχνογνωσία όπως: Drones. C-UAS. EW. Sensors. C2. AI. Communications. Cyber. Η ουσία και το ζητούμενο είναι να δημιουργήσει γύρω από αυτές τις περιοχές ολοκληρωμένα προϊόντα.

Ο Κένταυρος, ο Τηλέμαχος και ο Υπερίων αποδεικνύουν ότι υπάρχει ήδη σημαντικό τεχνολογικό υπόβαθρο. 

Το επόμενο βήμα είναι να δημιουργηθεί ο Έλληνας system integrator.

Μια εταιρεία ή ένας βιομηχανικός σχηματισμός που θα πάρει τις ελληνικές τεχνολογίες, θα επιλέξει όπου χρειάζεται διεθνή υποσυστήματα, θα τα ενοποιήσει σε μία ανοικτή αρχιτεκτονική και θα παρουσιάσει στην παγκόσμια αγορά ένα προϊόν με ένα όνομα, ένα C2, μία επιχειρησιακή εικόνα και έναν prime contractor.

Αυτό είναι πολύ πιο ρεαλιστικό από το να περιμένουμε ότι η Ελλάδα θα κατασκευάσει από μόνη της όλα τα υποσυστήματα ενός σύγχρονου αμυντικού συστήματος.

Το παράδοξο της ελληνικής άμυνας

Το πραγματικό παράδοξο λοιπόν είναι ότι μπορεί να έχουμε σήμερα στην Ελλάδα το 60-70% της τεχνολογικής αλυσίδας, αλλά να μην έχουμε ακόμη τον μηχανισμό που θα μετατρέψει αυτά τα επιμέρους 60-70% σε ένα εμπορεύσιμο 100% προϊόν. Ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο κενό της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας.

Όχι τόσο η έλλειψη επιστημόνων. Όχι τόσο η έλλειψη τεχνολογίας. Αλλά η έλλειψη ολοκλήρωσης, βιομηχανικής οργάνωσης, πιστοποίησης, χρηματοδότησης, κρατικής ζήτησης και εξαγωγικής στρατηγικής.

Η Ελλάδα έχει αποδείξει ότι μπορεί να κατασκευάσει επιμέρους συστήματα. Τώρα πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να κάνει το δυσκολότερο, να τα ενώσει. Εάν υπάρχει ένας τομέας στον οποίο αυτό θα μπορούσε να γίνει πρώτο, αυτός είναι πιθανότατα ο κόσμος των C-UAS

Γιατί εκεί η Ελλάδα δεν ξεκινά από το μηδέν. Έχει ήδη τα πρώτα κομμάτια του παζλ. Αυτό που λείπει είναι κάποιος να τα βάλει μαζί και να γράψει πάνω στο τελικό προϊόν: MADE IN GREECE.

Υ. Γ

Η ανωτέρω πρόταση για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου anti-drone συστήματος βιομηχανικής παραγωγής, δεν περιορίζει ούτε επηρεάζει την αυτόνομη πορεία, ανάπτυξη και εμπορική δραστηριότητα των ελληνικών εταιρειών του κλάδου. Αντίθετα, δημιουργεί ένα πλαίσιο συνεργασίας και συμπαραγωγής, το οποίο μπορεί να αυξήσει σημαντικά τις πιθανότητες ανάπτυξης ενός ανταγωνιστικού ελληνικού συστήματος και, κυρίως, να διευκολύνει την αξιοποίησή του για τον εξοπλισμό των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων και άλλων φορέων, αλλά και για εξαγωγές

Σχόλια