Η Ευρώπη εξετάζει το ενδεχόμενο να δώσει σε εταιρείες κοινής ωφέλειας και υποδομών εξουσίες για την κατάρριψη drones

Εικόνα με ChatGPT

Μπάμπης Παπασπύρος

Η προστασία των ενεργειακών δικτύων, των σιδηροδρόμων και των κρίσιμων εγκαταστάσεων περνά σε νέα εποχή. Η τεχνολογία αντιμετώπισης των drone εξελίσσεται ταχύτερα από το θεσμικό πλαίσιο που καθορίζει ποιος έχει το δικαίωμα να τη χρησιμοποιήσει.

Η Ευρώπη αναθεωρεί την προσέγγισή της απέναντι στην αυξανόμενη απειλή των drone, εξετάζοντας τη διεύρυνση των αρμοδιοτήτων των εταιρειών κοινής ωφέλειας και των διαχειριστών κρίσιμων υποδομών, ώστε να μπορούν όχι μόνο να εντοπίζουν ύποπτα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, αλλά και να παρεμβαίνουν ενεργά για την εξουδετέρωσή τους.

Σύμφωνα με δημοσίευμα του Reuters , η εξέλιξη αυτή συνδέεται με την αύξηση των περιστατικών παραβίασης ευαίσθητων εγκαταστάσεων και με τον κίνδυνο υβριδικών επιθέσεων, ιδιαίτερα μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.

Το ζητούμενο δεν είναι πλέον μόνο η προστασία στρατιωτικών εγκαταστάσεων. Είναι η διασφάλιση της λειτουργίας των ενεργειακών δικτύων, των μεταφορών και των υποδομών από τις οποίες εξαρτάται καθημερινά η οικονομία και η κοινωνία.

Μέχρι σήμερα, οι εταιρείες ηλεκτρισμού, φυσικού αερίου και μεταφορών επικεντρώνονταν κυρίως στην ανθεκτικότητα των δικτύων τους και στην αποκατάσταση της λειτουργίας τους μετά από μια επίθεση ή μια τεχνική βλάβη.

Η διάδοση όμως των φθηνών και ολοένα πιο αποτελεσματικών drone αλλάζει τα δεδομένα. Μια επιτυχημένη επίθεση σε έναν κρίσιμο υποσταθμό, έναν μεγάλο μετασχηματιστή ή μια εγκατάσταση μεταφοράς ενέργειας μπορεί να προκαλέσει διακοπές μεγάλης έκτασης. Η αντικατάσταση εξειδικευμένου εξοπλισμού μπορεί να απαιτήσει χρόνια, ενώ η αποκατάσταση μιας σοβαρής ζημιάς ενδέχεται να διαρκέσει μήνες.

Η εμπειρία της Ουκρανίας έχει καταδείξει με τον πλέον σκληρό τρόπο ότι οι ενεργειακές υποδομές αποτελούν στρατηγικούς στόχους. Η Ευρώπη αντιλαμβάνεται πλέον ότι δεν αρκεί να διαθέτει σχέδια έκτακτης ανάγκης και συνεργεία αποκατάστασης. Χρειάζεται και δυνατότητα έγκαιρου εντοπισμού και αντιμετώπισης της απειλής.

Γαλλία, Πολωνία, Αυστρία και Γερμανία αλλάζουν το πλαίσιο

Οι ευρωπαϊκές χώρες κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση με διαφορετικούς ρυθμούς.

Γαλλία: Το κοινοβούλιο ψήφισε τον Αύγουστο του 2026 νομοθεσία που επιτρέπει σε εγκεκριμένους φορείς κρίσιμων υποδομών και στους εξουσιοδοτημένους συνεργάτες τους να εντοπίζουν, να παρεμβάλλουν και να καταρρίπτουν drone κοντά σε συγκεκριμένες εγκαταστάσεις. Στόχος είναι να επεκταθεί έως το 2027 η προστασία ευαίσθητων τοποθεσιών, με τη χρήση εγκεκριμένων συστημάτων ανάλογα με το περιβάλλον και το επίπεδο απειλής.

Πολωνία: Έχει προχωρήσει περισσότερο, θεσπίζοντας ζώνες περιορισμού πτήσεων γύρω από κρίσιμες ενεργειακές εγκαταστάσεις και επιτρέποντας σε ειδικά εξουσιοδοτημένες μονάδες ασφαλείας να καταστρέφουν, να αδρανοποιούν ή να αναλαμβάνουν τον έλεγχο μη επανδρωμένων αεροσκαφών που εισέρχονται σε αυτές.

Αυστρία: Ανακοίνωσε σχέδια για την παραχώρηση αντίστοιχων αρμοδιοτήτων σε διαχειριστές κρίσιμων υποδομών, συμπεριλαμβανομένων μεγάλων ενεργειακών εταιρειών.

Γερμανία: Εξετάζει τρόπους θεσμικής συμμετοχής των διαχειριστών κρίσιμων υποδομών και τρίτων φορέων σε ενεργά μέτρα αντιμετώπισης των drone, καθώς η αρμοδιότητα παραμένει κατά βάση στις αστυνομικές αρχές.

Η κοινή διαπίστωση είναι ότι το κράτος δεν μπορεί να έχει εξειδικευμένες δυνάμεις σε κάθε υποσταθμό, σταθμό μεταφοράς, λιμάνι ή άλλη εγκατάσταση που ενδέχεται να αποτελέσει στόχο.

Η τεχνολογία είναι έτοιμη. Η νομοθεσία ακολουθεί

Η σύγχρονη αντιμετώπιση των drone βασίζεται σε μια ολοκληρωμένη αλυσίδα επιχειρησιακών λειτουργιών:

Εντοπισμός: radar, αισθητήρες ραδιοσυχνοτήτων και ΕΟ/IR  συστήματα εντοπίζουν πιθανούς στόχους.

Αναγνώριση και ταξινόμηση: Το λογισμικό διοίκησης και ελέγχου (C2) συνδυάζει τα δεδομένα των αισθητήρων, αξιολογεί την απειλή και περιορίζει τους ψευδείς συναγερμούς.

Αντιμετώπιση: Ανάλογα με τις συνθήκες, χρησιμοποιούνται ηλεκτρονικές παρεμβολές, μέσα αναχαίτισης ή άλλα κατάλληλα συστήματα εξουδετέρωσης.

Αυτοματοποιημένη απόκριση: Η διασύνδεση αισθητήρων, λογισμικού και μέσων αντιμετώπισης επιτρέπει την ταχύτερη αντίδραση, ιδιαίτερα σε εγκαταστάσεις μεγάλης έκτασης.

Η αυτοματοποίηση γίνεται όλο και πιο σημαντική, καθώς είναι πρακτικά αδύνατο να υπάρχει σε κάθε εγκατάσταση εξειδικευμένο προσωπικό με στρατιωτική εκπαίδευση.

Ωστόσο, υπάρχει ένα κρίσιμο πρόβλημα: ποιος αποφασίζει ότι ένα drone αποτελεί απειλή και ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη για την εξουδετέρωσή του;

Η κατάρριψη ενός drone μπορεί να προκαλέσει τραυματισμούς, απώλειες ζωών ή ζημιές σε τρίτους. Παράλληλα, η παρεμβολή μπορεί να επηρεάσει νόμιμες επικοινωνίες ή άλλες λειτουργίες, εάν δεν εφαρμόζεται με τις κατάλληλες δικλίδες ασφαλείας.

Γι' αυτό, η τεχνολογική δυνατότητα δεν αρκεί. Απαιτούνται σαφείς αρμοδιότητες, κανόνες εμπλοκής, πιστοποιημένα συστήματα, εκπαιδευμένο προσωπικό και ξεκάθαρη κατανομή της νομικής ευθύνης.

Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να περιμένει

Για την Ελλάδα, το ζήτημα έχει ιδιαίτερη σημασία λόγω της γεωγραφίας της, της εκτεταμένης νησιωτικότητας και της σημασίας των ενεργειακών και μεταφορικών υποδομών.

Η προστασία δεν μπορεί να περιορίζεται στα στρατόπεδα και στις στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Πρέπει να καλύπτει, ανάλογα με την αξιολόγηση κινδύνου, ηλεκτρικούς υποσταθμούς, μονάδες παραγωγής ενέργειας, εγκαταστάσεις φυσικού αερίου, λιμάνια, αεροδρόμια, σιδηροδρομικούς κόμβους, τηλεπικοινωνιακές εγκαταστάσεις και άλλες υποδομές ζωτικής σημασίας.

Μια επίθεση με drone δεν χρειάζεται να καταστρέψει μια μεγάλη εγκατάσταση για να προκαλέσει σοβαρές συνέπειες. Αρκεί να πλήξει ένα κρίσιμο σημείο, του οποίου η αντικατάσταση είναι δύσκολη ή η διακοπή λειτουργίας του επηρεάζει ολόκληρο το δίκτυο.

Η ελληνική πολιτεία οφείλει, επομένως, να εξετάσει ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο προστασίας κρίσιμων υποδομών από τα drone, με τη συμμετοχή των αρμόδιων κρατικών αρχών, των Ενόπλων Δυνάμεων, της Ελληνικής Αστυνομίας και των ίδιων των διαχειριστών.

Η συμμετοχή των ιδιωτικών εταιρειών δεν σημαίνει ανεξέλεγκτη μεταβίβαση εξουσιών. Σημαίνει ότι οι φορείς που διαχειρίζονται τις εγκαταστάσεις πρέπει να διαθέτουν τα κατάλληλα μέσα και να μπορούν να ενεργοποιούν, υπό σαφείς προϋποθέσεις, την προβλεπόμενη διαδικασία αντίδρασης.

Παράλληλα, η Ελλάδα διαθέτει αμυντικές επιχειρήσεις και τεχνογνωσία σε επιμέρους τομείς της αντιμετώπισης drone. Η αξιοποίησή τους σε ένα εθνικό σχέδιο προστασίας θα μπορούσε να ενισχύσει την εγχώρια τεχνολογική βάση, να δημιουργήσει νέες δυνατότητες και να περιορίσει την εξάρτηση από αποκλειστικά εισαγόμενες λύσεις.

Η ανάγκη για ολοκληρωμένη ελληνική αρχιτεκτονική C-UAS

Το ζητούμενο δεν είναι η αποσπασματική προμήθεια ενός Radar ή ενός παρεμβολέα για κάθε εγκατάσταση. Είναι η δημιουργία μιας ολοκληρωμένης αρχιτεκτονικής C-UAS, προσαρμοσμένης στις διαφορετικές κατηγορίες απειλών και στις ιδιαιτερότητες κάθε υποδομής.

Ένα τέτοιο σύστημα πρέπει να συνδυάζει αισθητήρες, κοινή επιχειρησιακή εικόνα, διασύνδεση με τα κέντρα ασφαλείας και σαφώς καθορισμένες διαδικασίες αντιμετώπισης. Η επιλογή των μέσων πρέπει να γίνεται με βάση την πραγματική απειλή και όχι με τη λογική ότι ένα σύστημα μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά κάθε τύπο drone.

Εξίσου σημαντική είναι η δυνατότητα συνεργασίας μεταξύ στρατιωτικών και πολιτικών φορέων, χωρίς να δημιουργούνται κενά ευθύνης ή επικαλύψεις αρμοδιοτήτων.

Η έγκαιρη θεσμική προετοιμασία θα επιτρέψει και στην ελληνική αμυντική βιομηχανία να συμμετάσχει ουσιαστικά στην ανάπτυξη, ολοκλήρωση και υποστήριξη των σχετικών συστημάτων.

Η ευρωπαϊκή συζήτηση αναδεικνύει μια σημαντική αλλαγή αντίληψης: η αντιμετώπιση των drone δεν αποτελεί πλέον αποκλειστικά στρατιωτική υπόθεση. Συνδέεται άμεσα με την ενεργειακή ασφάλεια, τη δημόσια ασφάλεια και την ανθεκτικότητα της οικονομίας.

Η τεχνολογία εξελίσσεται, αλλά η αποτελεσματική προστασία απαιτεί κάτι περισσότερο από σύγχρονα συστήματα. Χρειάζεται νομοθεσία που να καθορίζει ποιος εντοπίζει, ποιος αποφασίζει, ποιος ενεργεί και ποιος φέρει την ευθύνη.

Για την Ελλάδα, η πρόκληση είναι να προετοιμαστεί εγκαίρως, πριν μια σοβαρή επίθεση σε κρίσιμη υποδομή αναδείξει τα κενά του σημερινού πλαισίου.

Η προστασία των κρίσιμων υποδομών από τα drone πρέπει να σχεδιάζεται πριν από την επίθεση και όχι μετά την καταστροφή.

Διαβάστε το σχετικό άρθρο μας Οι ελληνικές ανάγκες για anti‑drone συστήματα αγγίζουν τα €300–500 εκατ.€: Η ευκαιρία για ένα εθνικό C‑UAS οικοσύστημα . 

Σχόλια