Η Ευρωπαϊκή Άμυνα σκοντάφτει στη γραφειοκρατία


Μπάμπης Παπασπύρος

Το ευρωπαϊκό θεσμικό δίκτυο, οι καθυστερήσεις στις προμήθειες και η δύσκολη μετάβαση από τις χρηματοδοτήσεις στην πραγματική αμυντική ισχύ.


Το γράφημα του Daniel Fiott, με ημερομηνία επικαιροποίησης 12 Οκτωβρίου 2026, με τίτλο «The Metro Map of EU Security and Defence», αποτυπώνει το σύνθετο δίκτυο θεσμών, πολιτικών, χρηματοδοτικών εργαλείων και συνεργασιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στους τομείς της ασφάλειας, της άμυνας και της οικονομικής πολιτικής.

Ο Dr. Daniel Fiott είναι Επίκουρος Καθηγητής στο Κέντρο Ασφάλειας, Διπλωματίας και Στρατηγικής (CSDS) στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο των Βρυξελλών (VUB), όπου ηγείται του προγράμματος Άμυνας, Επενδύσεων και Καινοτομίας .

Η μεταφορά του «μετρό» είναι χαρακτηριστική. Πολλές γραμμές, διαφορετικοί σταθμοί, διασταυρώσεις και ανταποκρίσεις συνθέτουν μια εκτεταμένη θεσμική αρχιτεκτονική. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, είναι εάν αυτό το δίκτυο λειτουργεί ως ενιαίος μηχανισμός παραγωγής ευρωπαϊκής αμυντικής ισχύος ή εάν η πολυπλοκότητά του δυσκολεύει τη μετατροπή των πολιτικών αποφάσεων σε πραγματικές στρατιωτικές δυνατότητες.

Το γράφημα αποτελεί μια γενική χαρτογράφηση των σχετικών μηχανισμών και δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι το σύστημα είναι αναποτελεσματικό. Σε συνδυασμό, ωστόσο, με τα προβλήματα που έχει αναγνωρίσει η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση, προσφέρει μια αφορμή για ουσιαστική αξιολόγηση του ευρωπαϊκού μοντέλου άμυνας. 

Πόσο ευέλικτο είναι το ευρωπαϊκό σύστημα;

Η ευελιξία του πρέπει να εξεταστεί σε τρία επίπεδα: πολιτικό, διοικητικό και βιομηχανικό.

Σε πολιτικό επίπεδο, η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει θεσμούς και εργαλεία για τον συντονισμό των αμυντικών πολιτικών, τη χρηματοδότηση κοινών προγραμμάτων και την ανάπτυξη συνεργασιών. Ωστόσο, η άμυνα παραμένει σε μεγάλο βαθμό εθνική αρμοδιότητα. Τα κράτη-μέλη διατηρούν τον έλεγχο σημαντικών αποφάσεων σχετικά με τις στρατιωτικές τους ανάγκες, τις προμήθειες και τη χρήση των ενόπλων δυνάμεών τους. Η ανάγκη ευρωπαϊκού συντονισμού συνυπάρχει, επομένως, με διαφορετικές εθνικές προτεραιότητες.

Σε διοικητικό επίπεδο, η πολυπλοκότητα των χρηματοδοτικών προγραμμάτων, των διαδικασιών προμηθειών, των αδειοδοτήσεων και των κανόνων μεταφοράς αμυντικών προϊόντων μπορεί να προκαλέσει καθυστερήσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει αναγνωρίσει αυτά τα προβλήματα και έχει προτείνει μέτρα απλούστευσης μέσω της πρωτοβουλίας Defence Readiness Omnibus .

Σε βιομηχανικό επίπεδο, η δυνατότητα χρηματοδότησης της έρευνας και της παραγωγής δεν εξασφαλίζει αυτομάτως ότι τα ευρωπαϊκά κράτη θα αποκτήσουν εγκαίρως τα συστήματα που χρειάζονται. Οι διαφορετικές εθνικές προδιαγραφές, οι κατακερματισμένες παραγγελίες και η περιορισμένη συνεργασία στις προμήθειες δυσχεραίνουν την τυποποίηση και την επίτευξη οικονομιών κλίμακας.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η γραφειοκρατία

Η γραφειοκρατική πολυπλοκότητα εκδηλώνεται με πολλούς τρόπους.

Η ύπαρξη διαφορετικών χρηματοδοτικών διαδρομών απαιτεί από τις κυβερνήσεις και τις επιχειρήσεις να αντιστοιχίζουν κάθε έργο στο κατάλληλο πρόγραμμα, να συμμορφώνονται με διαφορετικούς όρους και να ακολουθούν τις προβλεπόμενες διαδικασίες. Παράλληλα, οι διαφορετικές εθνικές προδιαγραφές δυσκολεύουν την κοινή προμήθεια και την τυποποίηση οπλικών συστημάτων.

Οι χρονοβόρες διαδικασίες προμηθειών μπορούν να διευρύνουν την απόσταση ανάμεσα στην αναγνώριση μιας επιχειρησιακής ανάγκης και στην πραγματική παραλαβή του εξοπλισμού. Επιπλέον, οι εθνικοί περιορισμοί στις μεταφορές αμυντικών προϊόντων εντός της ΕΕ ενδέχεται να δημιουργούν εμπόδια ακόμη και σε συνεργασίες που έχουν ήδη εγκριθεί και χρηματοδοτηθεί.

Τέλος, τα κράτη-μέλη δεν έχουν πάντοτε τις ίδιες προτεραιότητες. Μπορεί να αντιμετωπίζουν παρόμοιες απειλές, αλλά να επιλέγουν διαφορετικά συστήματα, με διαφορετικές απαιτήσεις υποστήριξης, εκπαίδευσης και συντήρησης.

Το αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα στο οποίο η συνεργασία αποτελεί διακηρυγμένο στόχο, αλλά η υλοποίησή της απαιτεί συχνά πρόσθετο χρόνο και συντονισμό.

Οι αριθμοί αποκαλύπτουν την απόσταση μεταξύ δαπανών και συνεργασίας

Σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Άμυνας, οι αμυντικές δαπάνες των κρατών-μελών της ΕΕ για το 2025 εκτιμήθηκαν σε 418 δισ. ευρώ. Ωστόσο, οι κοινές προμήθειες αντιστοιχούσαν περίπου στο 24% των συνολικών δαπανών για αμυντικό εξοπλισμό, σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιεύθηκαν τον Ιούλιο του 2026.

Το ποσοστό αυτό δείχνει ότι, παρά την αύξηση των αμυντικών δαπανών, η κοινή ευρωπαϊκή προμήθεια εξακολουθεί να μην αποτελεί τον κυρίαρχο τρόπο απόκτησης εξοπλισμού.

Η Ευρωπαϊκή Στρατηγική Αμυντικής Βιομηχανίας έχει θέσει ως στόχο τουλάχιστον το 40% των προμηθειών εξοπλισμού να πραγματοποιείται συνεργατικά έως το 2030.

Η διαφορά ανάμεσα στο 24% και στον στόχο του 40% δεν είναι απλώς ένας λογιστικός δείκτης. Αποτυπώνει την πρόκληση της μετάβασης από τις παράλληλες εθνικές αγορές σε μια περισσότερο συντονισμένη ευρωπαϊκή αμυντική αγορά.

Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι μόνο πόσα χρήματα διαθέτει η Ευρώπη. Είναι πόσο γρήγορα και αποτελεσματικά μετατρέπει αυτά τα χρήματα σε κοινά προγράμματα, παραγωγικές δυνατότητες και επιχειρησιακά διαθέσιμα συστήματα.

Γιατί δεν πρέπει να καταργηθεί το θεσμικό δίκτυο

Η πολυπλοκότητα του ευρωπαϊκού συστήματος δεν σημαίνει ότι οι θεσμοί και τα προγράμματά του είναι περιττά. Η ευρωπαϊκή συνεργασία μπορεί να δημιουργήσει σημαντικά πλεονεκτήματα.

Οι κοινές παραγγελίες μπορούν να μειώσουν το κόστος ανά μονάδα και να εξασφαλίσουν μεγαλύτερη σταθερότητα στην παραγωγή. Η κοινή έρευνα επιτρέπει την κατανομή του κόστους ανάπτυξης τεχνολογιών που θα ήταν ιδιαίτερα ακριβές για ένα μεμονωμένο κράτος. Η εναρμόνιση των προδιαγραφών μπορεί να ενισχύσει τη διαλειτουργικότητα, ενώ η συνεργασία μεταξύ ευρωπαϊκών επιχειρήσεων μπορεί να περιορίσει κρίσιμες εξαρτήσεις από προμηθευτές εκτός Ευρώπης.

Το Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας στηρίζει τη διασυνοριακή έρευνα και ανάπτυξη, ενώ οι πρωτοβουλίες κοινών προμηθειών επιδιώκουν να περιορίσουν τον κατακερματισμό της αγοράς.

Το ζητούμενο, συνεπώς, δεν είναι λιγότερη ευρωπαϊκή συνεργασία. Είναι η συνεργασία να λειτουργεί με λιγότερες επικαλύψεις, σαφέστερες αρμοδιότητες και ταχύτερες διαδικασίες.

Μπορούν οι νέες πρωτοβουλίες να αλλάξουν την κατάσταση;

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη αναγνωρίσει την ανάγκη επιτάχυνσης των διαδικασιών. Η πρωτοβουλία Defence Readiness Omnibus επιδιώκει να απλοποιήσει τις διαδικασίες προμηθειών, να επιταχύνει τις αδειοδοτήσεις και να διευκολύνει τις διασυνοριακές μεταφορές αμυντικών προϊόντων.

Παράλληλα, ο Οδικός Χάρτης Αμυντικής Ετοιμότητας 2030 θέτει στόχους, χρονοδιαγράμματα και κοινές προτεραιότητες για την ενίσχυση των ευρωπαϊκών αμυντικών δυνατοτήτων.

Η επιτυχία, όμως, δεν θα κριθεί από τον αριθμό των νέων πρωτοβουλιών ή από τις ανακοινώσεις χρηματοδότησης. Θα κριθεί από μετρήσιμα αποτελέσματα: τη μείωση των χρόνων προμηθειών, την αύξηση των κοινών παραγγελιών, την ενίσχυση της παραγωγικής ικανότητας και την έγκαιρη παράδοση συστημάτων στις Ένοπλες Δυνάμεις.

Άλλο η ανακοίνωση ενός στόχου, άλλο η θέσπιση ενός κανόνα και άλλο η παράδοση ενός επιχειρησιακά διαθέσιμου συστήματος.

Τι σημαίνουν όλα αυτά για την Ελλάδα;

Για την Ελλάδα, η ευρωπαϊκή αμυντική αρχιτεκτονική δημιουργεί σημαντικές ευκαιρίες, αλλά δεν εξασφαλίζει από μόνη της την αξιοποίησή τους.

Η χώρα μπορεί να αξιοποιήσει ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις και συνεργασίες για να αναπτύξει εγχώρια τεχνογνωσία, παραγωγικές γραμμές και εξαγώγιμα αμυντικά συστήματα. Για να συμβεί αυτό, όμως, χρειάζεται σαφής εθνικός σχεδιασμός και ουσιαστική συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας από τα πρώτα στάδια ανάπτυξης των προγραμμάτων.

Απαιτούνται πολυετείς εθνικές απαιτήσεις, συμμετοχή ελληνικών επιχειρήσεων στον σχεδιασμό και στην παραγωγή, μεταφορά τεχνογνωσίας και δυνατότητα εγχώριας συντήρησης και υποστήριξης. Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι τομείς των drone, των αντι-drone συστημάτων, των ραντάρ, των ηλεκτρονικών, του ηλεκτρονικού πολέμου και των συστημάτων διοίκησης και ελέγχου.

Ο κίνδυνος είναι η Ελλάδα να παραμείνει κυρίως αγοραστής έτοιμων συστημάτων ή περιορισμένος υπεργολάβος, χωρίς να αποκτήσει ανάλογη παραγωγική και τεχνολογική αυτονομία.

Η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση έχει πραγματική αξία όταν μετατρέπεται σε τεχνογνωσία, θέσεις εργασίας, εγχώρια παραγωγή και δυνατότητες που ενισχύουν την εθνική άμυνα.

Η ευρωπαϊκή άμυνα χρειάζεται αποτελέσματα, όχι περισσότερες διαδρομές

Η «γραμμή του μετρό» του Daniel Fiott αποτυπώνει την έκταση και τη διασύνδεση της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφάλειας και άμυνας. Η ύπαρξη πολλών θεσμών και εργαλείων δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη αποτυχίας. Η περιορισμένη έκταση των κοινών προμηθειών, οι διοικητικές καθυστερήσεις και ο κατακερματισμός της ζήτησης, ωστόσο, αναδεικνύουν τη δυσκολία μετατροπής των ευρωπαϊκών πόρων σε ενιαία αμυντική ισχύ.

Η Ευρώπη δεν χρειάζεται απαραίτητα περισσότερους μηχανισμούς. Χρειάζεται καλύτερο συντονισμό, λιγότερες επικαλύψεις, σαφή κατανομή ευθυνών, απλούστερες διαδικασίες και στενότερη σύνδεση των χρηματοδοτήσεων με τις πραγματικές επιχειρησιακές ανάγκες.

Η άμυνα δεν κρίνεται από τον αριθμό των στρατηγικών, των προγραμμάτων ή των θεσμικών διασυνδέσεων. Κρίνεται από το εάν οι Ένοπλες Δυνάμεις διαθέτουν εγκαίρως τα κατάλληλα μέσα, σε επαρκείς ποσότητες, με δυνατότητα συντήρησης, αναβάθμισης και αναπλήρωσης.

Η Ευρώπη δεν χρειάζεται απλώς ένα πιο εκτεταμένο δίκτυο αμυντικής συνεργασίας. Χρειάζεται ένα δίκτυο που να λειτουργεί με την ταχύτητα που επιβάλλουν οι σύγχρονες απειλές.

Γιατί σε μια πραγματική κρίση, το ερώτημα δεν θα είναι πόσες γραμμές έχει το ευρωπαϊκό μετρό της άμυνας, αλλά εάν όλα τα τρένα φτάνουν εγκαίρως στον προορισμό τους.

Σχόλια