Υποδιοικητής NORTHCOM των ΗΠΑ: Ανέτοιμες οι στρατιωτικές βάσεις απέναντι σε σμήνη drones


Μπάμπης Παπασπύρος

Η προειδοποίηση του NORTHCOM και το μάθημα που δεν πρέπει να αγνοήσει η Ελλάδα

Μια ιδιαίτερα ανησυχητική παραδοχή από ανώτατο Αμερικανό στρατιωτικό διοικητή έρχεται να επιβεβαιώσει αυτό που ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει ήδη καταστήσει σαφές: η παραδοσιακή αεράμυνα δεν είναι σχεδιασμένη για να αντιμετωπίσει μαζικές επιθέσεις μικρών και φθηνών drones.

Ο Αντιστράτηγος Joseph Jarrard, υποδιοικητής της U.S. Northern Command (NORTHCOM) και του North American Aerospace Defense Command (NORAD), έκανε μια εξαιρετικά αποκαλυπτική δήλωση στο Space and Missile Defense Symposium στο Huntsville της Alabama.

Όταν ρωτήθηκε εάν οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις μπορούν να αντιμετωπίσουν μια επίθεση από σμήνος drones στο αμερικανικό έδαφος, η απάντησή του ήταν ουσιαστικά ένα «όχι».

«Δεν έχουμε τους αισθητήρες» για να εντοπίσουμε ένα τέτοιο σμήνος και, ανάλογα με το σημείο της επίθεσης, μπορεί να μην υπάρχουν καθόλου διαθέσιμοι αισθητήρες. Παράλληλα, δεν υπάρχουν παντού τα κατάλληλα μέσα αναχαίτισης. Ο ίδιος χαρακτήρισε τις αμερικανικές δυνατότητες σήμερα ως «ill-equipped», δηλαδή ανεπαρκείς για την αντιμετώπιση μιας τέτοιας απειλής. 

Η δήλωση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Δεν προέρχεται από έναν αναλυτή ή από μια εταιρεία που θέλει να προωθήσει ένα νέο σύστημα C-UAS. Προέρχεται από έναν από τους ανώτατους αξιωματικούς που είναι υπεύθυνοι για την άμυνα της αμερικανικής επικράτειας.

Το πρόβλημα αρχίζει πριν από το «kill»

Το σημαντικότερο στοιχείο της αμερικανικής παραδοχής είναι ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στην αναχαίτιση.

Ξεκινά από την ανίχνευση.

Ένα σμήνος μικρών drones μπορεί να πετά σε πολύ χαμηλό ύψος, να χρησιμοποιεί μικρό ίχνος, να κινείται μέσα σε περιβάλλον με μεγάλο αριθμό ψευδών στόχων και να εμφανίζεται από διαφορετικές κατευθύνσεις.

Εάν δεν υπάρχει έγκαιρη ανίχνευση και συνεχής παρακολούθηση, τα διαθέσιμα μέσα αντιμετώπισης μπορεί να μην προλάβουν να αντιδράσουν.

Ο Jarrard επισήμανε ακριβώς αυτό το κενό: σε ορισμένες περιοχές δεν υπάρχουν ούτε οι απαραίτητοι αισθητήρες ούτε τα μέσα για την αντιμετώπιση της απειλής. 

Και εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο μάθημα.

Η αντιμετώπιση ενός drone swarm δεν είναι απλώς η αγορά ενός jammer ή ενός πυραύλου.

Χρειάζεται μια ολόκληρη αλυσίδα:

Εντοπισμός→ Παρακολούθηση → Αναγνώριση → Απόφαση → Εξουδετέρωση → Επιβεβαίωση του αποτελέσματος

Αν αποτύχει οποιοσδήποτε κρίκος, ολόκληρο το σύστημα μπορεί να αποτύχει.

Η οικονομία του drone αλλάζει την αεράμυνα

Το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα είναι οικονομικό.

Ένα μικρό FPV ή ένα one-way attack drone μπορεί να κοστίζει ελάχιστα σε σχέση με έναν αντιαεροπορικό πύραυλο.

Επομένως, η αντιμετώπιση ενός σμήνους με ακριβά βλήματα δημιουργεί γρήγορα ένα οικονομικό παράδοξο: ο επιτιθέμενος μπορεί να δαπανά μερικές εκατοντάδες ή χιλιάδες δολάρια ανά drone, ενώ ο αμυνόμενος μπορεί να χρειάζεται πυρομαχικά πολλαπλάσιας αξίας.

Γι' αυτό και η σύγχρονη C-UAS αρχιτεκτονική οδηγείται σε πολυεπίπεδη άμυνα, με συνδυασμό ηλεκτρονικού πολέμου, πυροβόλων, φθηνών αναχαιτιστών, laser και high-power microwave.

Η συζήτηση στο υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ κινείται ήδη προς αυτή την κατεύθυνση, ενώ προγράμματα όπως το Drone Dominance δείχνουν ότι η Ουάσιγκτον προσπαθεί να αυξήσει δραματικά την παραγωγή και επιχειρησιακή αξιοποίηση μη επανδρωμένων συστημάτων. 

Laser και μικροκύματα

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα κατευθυνόμενα ενεργειακά όπλα.

Τα laser προσφέρουν δυνητικά πολύ χαμηλό κόστος ανά εμπλοκή και μπορούν να αντιμετωπίζουν πολλαπλούς στόχους, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχουν οι απαιτούμενες συνθήκες ισχύος, ψύξης, εντοπισμού και οπτικής επαφής.

Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα High-Power Microwaves (HPM).

Σε αντίθεση με ένα laser, το οποίο προσβάλλει έναν στόχο μέσω συγκεντρωμένης ενέργειας, ένα HPM μπορεί να επηρεάσει ηλεκτρονικά συστήματα σε μια περιοχή και, ανάλογα με την τεχνολογία και τις συνθήκες, να αντιμετωπίσει περισσότερα του ενός drones.

Δεν πρόκειται όμως για «μαγικές λύσεις». Και οι δύο τεχνολογίες έχουν επιχειρησιακούς περιορισμούς και απαιτούν κατάλληλη αισθητήρια και διοικητική υποδομή.

Το κρίσιμο συμπέρασμα είναι άλλο:

Δεν υπάρχει πλέον ένα και μοναδικό “anti-drone system”. Υπάρχει αρχιτεκτονική C-UAS.

Η αναφορά Rubio και τα UAP

Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον επειδή συμπίπτει με πρόσφατες δηλώσεις του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Marco Rubio σχετικά με άγνωστα ιπτάμενα αντικείμενα (UAP) πάνω από αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις.

Ο Rubio είχε δηλώσει ότι υπάρχουν περιστατικά όπου αντικείμενα πετούν πάνω από στρατιωτικές εγκαταστάσεις και ότι οι αμερικανικές αρχές δεν γνωρίζουν πάντοτε ποιος τα χειρίζεται ή τι ακριβώς είναι. 

Εδώ χρειάζεται προσοχή.

UAP δεν σημαίνει αυτομάτως εχθρικό drone. Ούτε κάθε άγνωστο αντικείμενο αποτελεί στρατιωτική απειλή.

Ωστόσο, από πλευράς ασφάλειας, το πρόβλημα είναι υπαρκτό: όταν ένα αντικείμενο εισέρχεται σε προστατευόμενο εναέριο χώρο και δεν μπορεί να αναγνωριστεί έγκαιρα, δημιουργείται ένα κενό situational awareness.

Και αυτό ακριβώς είναι το κενό που περιγράφει ο Jarrard.

Η Ουκρανία έχει ήδη δώσει το «μάθημα»

Η αμερικανική ανησυχία δεν είναι θεωρητική.

Η Ουκρανία έχει δείξει ότι drones χαμηλού κόστους μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε μαζική κλίμακα, τόσο εναντίον στρατιωτικών στόχων όσο και εναντίον κρίσιμων υποδομών.

Η περίφημη Operation Spider's Web του 2025 έδειξε επίσης κάτι ακόμη πιο σημαντικό: η επίθεση μπορεί να μην αρχίσει στον αέρα.

Τα drones μπορούν να μεταφερθούν κρυφά κοντά στον στόχο, να εκτοξευθούν από διαφορετικά σημεία και να επιτεθούν σχεδόν ταυτόχρονα.

Αυτό μετατρέπει το πρόβλημα από το πώς καταρρίπτω ένα drone, στο πώς προστατεύω την εγκατάσταση από μια μαζική και απρόβλεπτη αεροπορική επίθεση

Και η Ελλάδα;

Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο σημείο για τη χώρα μας.

Όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες αναγνωρίζουν ότι υπάρχουν στρατιωτικές εγκαταστάσεις που δεν διαθέτουν επαρκείς αισθητήρες και μέσα αντιμετώπισης μικρών drones, τότε η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να θεωρεί ότι το πρόβλημα λύνεται απλώς με την αγορά κάποιων συστημάτων CUAS.

Οι ελληνικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις, τα αεροδρόμια, οι βάσεις, οι ναυστάθμοι, τα κέντρα διοίκησης, οι εγκαταστάσεις ενέργειας και οι κρίσιμες υποδομές χρειάζονται ολοκληρωμένη αρχιτεκτονική anti-drone προστασίας.

Και μάλιστα όχι μία ενιαία λύση για όλους.

Μια μεγάλη αεροπορική βάση χρειάζεται διαφορετική αρχιτεκτονική από ένα μικρό στρατόπεδο. Ένα πλοίο χρειάζεται διαφορετική από ένα εργοστάσιο. Ένα αεροδρόμιο διαφορετική από μια εγκατάσταση ηλεκτρικής ενέργειας.

Κοινός παρονομαστής όμως πρέπει να είναι η πολυεπίπεδη άμυνα.

Radar για έγκαιρη ανίχνευση και παρακολούθηση.

RF detection για εντοπισμό εκπομπών.

EO/IR για αναγνώριση και επιβεβαίωση.

Ηλεκτρονικός πόλεμος για soft kill.

Κινητικά μέσα για hard kill.

Και, όπου είναι επιχειρησιακά ώριμο και οικονομικά συμφέρον, laser ή HPM για αντιμετώπιση μεγαλύτερου αριθμού στόχων.

Η Ελλάδα διαθέτει μια δυνατότητα που συχνά υποτιμούμε: δεν χρειάζεται να εφεύρει από την αρχή ολόκληρο το οικοσύστημα.

Υπάρχει ήδη ελληνική τεχνογνωσία σε συστήματα radar, RF detection, ηλεκτρονικό πόλεμο και συστήματα CUAS.

Το πραγματικό ζητούμενο είναι να περάσουμε από τα μεμονωμένα συστήματα στην ολοκληρωμένη αρχιτεκτονική.

Ένα ελληνικό C-UAS δεν πρέπει να είναι απλώς «ένα radar» ή «ένας jammer».

Πρέπει να μπορεί να ενταχθεί σε ένα δίκτυο αισθητήρων και συστημάτων, να παρέχει κοινή εικόνα της απειλής και να επιτρέπει στον διοικητή να γνωρίζει σε πραγματικό χρόνο:

τι πετάει, από πού έρχεται, τι απειλεί και ποιο είναι το καταλληλότερο μέσο για την αντιμετώπισή του.

Αυτό είναι το πραγματικό πεδίο της επόμενης γενιάς C-UAS.

Το μήνυμα από την Αμερική

Η είδηση από τις ΗΠΑ δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως άλλη μία είδηση για drones.

Είναι προειδοποίηση για τη μετάβαση από την παραδοσιακή αεράμυνα στην άμυνα απέναντι σε μαζικές, φθηνές, δικτυωμένες και ολοένα πιο αυτόνομες απειλές.

Και η δήλωση του Jarrard είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική:

Οι ΗΠΑ δεν λένε ότι δεν έχουν προηγμένα όπλα.

Λένε ότι δεν έχουν παντού τους αισθητήρες και τα μέσα που χρειάζονται για να αντιμετωπίσουν ένα swarm.

Αυτό είναι πολύ διαφορετικό.

Γιατί απέναντι σε ένα drone swarm, το ερώτημα δεν είναι μόνο αν έχουμε ένα όπλο που μπορεί να το καταρρίψει.

Το ερώτημα είναι αν μπορούμε να το δούμε έγκαιρα, να το καταλάβουμε, να πάρουμε την απόφαση και να το αντιμετωπίσουμε οικονομικά και μαζικά πριν φτάσει στον στόχο.

Η αμερικανική παραδοχή δείχνει ότι ακόμη και οι ισχυρότερες ένοπλες δυνάμεις του κόσμου βρίσκονται σε αυτή τη διαδικασία μετάβασης.

Για την Ελλάδα, λοιπόν, το μήνυμα είναι απλό: το C-UAS δεν είναι πλέον ένα εξοπλιστικό υποπρόγραμμα. Είναι βασικό στοιχείο της σύγχρονης αεράμυνας και της προστασίας των κρίσιμων υποδομών.

Και όσο νωρίτερα το αντιληφθούμε, τόσο μεγαλύτερο θα είναι το πλεονέκτημά μας.

Σχόλια