Οι ελληνικές ανάγκες για anti‑drone συστήματα αγγίζουν τα €300–500 εκατ.€: Η ευκαιρία για ένα εθνικό C‑UAS οικοσύστημα

Εικόνα με την βοήθεια ChatGpt

Μπάμπης Παπασπύρος

Η δημόσια συζήτηση για τα anti‑drone συστήματα στην Ελλάδα επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά στις ανάγκες των Ενόπλων Δυνάμεων. Ωστόσο, η πραγματική αγορά είναι πολύ ευρύτερη και αφορά ένα σύνολο κρίσιμων στρατιωτικών, πολιτικών και βιομηχανικών υποδομών, καθώς και τη ναυτιλία, έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες της ελληνικής οικονομίας.

Η απειλή από UAV και πλέον από USV δεν περιορίζεται στο πεδίο της μάχης. Αφορά αεροδρόμια, στρατιωτικές εγκαταστάσεις, λιμένες, ενεργειακές υποδομές, διυλιστήρια, ναυπηγεία, τηλεπικοινωνίες, αποθήκες πυρομαχικών, κέντρα διοίκησης και ελέγχου, αλλά και εμπορικά πλοία που επιχειρούν σε περιοχές υψηλού κινδύνου. Για μια χώρα με τόσο εκτεταμένο δίκτυο υποδομών και τόσο ισχυρή ναυτιλία, η δημιουργία ενός εγχώριου οικοσυστήματος C‑UAS αποτελεί πλέον στρατηγική αναγκαιότητα.

Το μέγεθος της ελληνικής αγοράς C‑UAS

Μια αρχική εκτίμηση για την προστασία των ελληνικών High Value Assets τοποθετεί την αγορά στα 300 εκατ.€

Αν όμως συνυπολογιστούν:

- οι ανάγκες της εμπορικής ναυτιλίας,  

- η προστασία κρίσιμων πολιτικών υποδομών,  

- οι απαιτήσεις για αναβαθμίσεις, υποστήριξη και αντικαταστάσεις,  

τότε η δυνητική αγορά ανεβαίνει στα 500 εκατ. για την αρχική ανάπτυξη. Σε ορίζοντα 8–10 ετών, το συνολικό μέγεθος μπορεί να φτάσει ή και να ξεπεράσει τα 700 εκατ.€

Πρόκειται για δυνητική αγορά, όχι για υφιστάμενο πρόγραμμα, αλλά το μέγεθος είναι αρκετά μεγάλο ώστε να στηρίξει μια εθνική στρατηγική βιομηχανικής ανάπτυξης.

Οι πολλαπλοί χρήστες ενός Dual‑Use C‑UAS οικοσυστήματος

- Ένοπλες Δυνάμεις — στρατόπεδα, αεροπορικές βάσεις, πολεμικά πλοία, τεθωρακισμένα, ναύσταθμοι, αποθήκες πυρομαχικών και καυσίμων, C2 και δίκτυα επικοινωνιών.  

- Κρίσιμες Υποδομές — αεροδρόμια, λιμένες, σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής, υποσταθμοί, διυλιστήρια, terminals, τηλεπικοινωνίες, φυλακές.  

- Βιομηχανία — ναυπηγεία και μεγάλες βιομηχανικές εγκαταστάσεις.  

- Ναυτιλία — εμπορικά πλοία που αντιμετωπίζουν απειλές από UAV, USV και συνδυασμένες επιθέσεις.

Η ανάγκη δεν είναι ενιαία. Κάθε κατηγορία χρήστη απαιτεί διαφορετική αρχιτεκτονική, εμβέλεια, αισθητήρες και μέσα αντιμετώπισης.

Η αγορά δεν είναι απλώς «anti‑drone». Είναι μια dual‑use αγορά Counter‑UAS / Counter‑USV.

Η Ελλάδα μπορεί να δημιουργήσει το δικό της C‑UAS οικοσύστημα

Η χώρα διαθέτει ήδη εταιρείες και τεχνολογίες που μπορούν να αποτελέσουν τη βάση ενός εγχώριου οικοσυστήματος:

- ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ (radar+Jammer), ΥΠΕΡΙΩΝ & ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ (RF δέκτες+Jammer) της ΕΑΒ 

- Συστήματα άλλων ελληνικών εταιρειών υψηλής τεχνολογίας

Ο στόχος δεν πρέπει να είναι η δημιουργία ενός ακόμη μεμονωμένου προϊόντος, αλλά μιας modular ελληνικής πλατφόρμας High Value Asset Protection, με δυνατότητα ενσωμάτωσης διαφόρων αισθητήρων (RF detection & direction finding, EO/IR,  AI‑based classification, EW/jamming,  C2, hard‑kill effectors)

Η αρχιτεκτονική πρέπει να είναι ανοικτή, ώστε να ενσωματώνει ελληνικά και ξένα υποσυστήματα και να προσαρμόζεται σε κάθε χρήστη.

Η Ελλάδα ως “ζωντανό εργαστήριο”

Μετά το Action Plan on Drone and Counter Drone Security (2026) της Ε.Ε, τα κράτη‑μέλη καλούνται να αναπτύξουν:εθνικές στρατηγικές C‑UAS, εθνικά test centers & εθνικά οικοσυστήματα dual‑use

Άρα η Ελλάδα δεν θα «κινείται μόνη της» υπάρχει ευρωπαϊκή ώθηση και πλαίσιο

Με την εγκατάσταση συστημάτων σε στρατιωτικές και πολιτικές υποδομές, η Ελλάδα μπορεί να λειτουργήσει ως reference market και testbed για ελληνικές τεχνολογίες. Το ίδιο ισχύει και για τη ναυτιλία, όπου μια compact έκδοση C‑UAS για εμπορικά πλοία θα μπορούσε να ανοίξει μια παγκόσμια αγορά.

Έτσι, μια επένδυση €500–700 εκατ. δεν θα ήταν απλώς αμυντική δαπάνη, αλλά anchor market για μια νέα εξαγωγική βιομηχανία.

Από την εθνική ανάγκη στις εξαγωγές

Οργανισμοί όπως, η ΕΑΒ, ελληνικές εταιρείες υψηλής τεχνολογίας, το JOIST Defence Innovation Hub , πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και startups μπορούν να δημιουργήσουν ένα ολοκληρωμένο ελληνικό οικοσύστημα.

Ο prime (κύριος ανάδοχος) πρέπει να είναι ένας “εθνικός integrator” με ρόλο ομπρέλα. Η ΕΑΒ ως prime contractor και ενδεχομένως το JOIST ως συντονιστής καινοτομίας (innovation orchestrator)

Αυτό το δίπτυχο είναι ρεαλιστικό, εφικτό, και συμβατό με την ευρωπαϊκή πολιτική C‑UAS.Κανένας από μόνος του δεν μπορεί να καλύψει όλο το φάσμα. Μαζί όμως μπορούν να δημιουργήσουν εθνικό C‑UAS οικοσύστημα

Οι λύσεις αυτές μπορούν να εξαχθούν σε ευρωπαϊκές χώρες, κράτη μέλη του NATO, Βαλκάνια, Μεσόγειο, ενεργειακές εταιρείες, αεροδρόμια, λιμένες,  και κυρίως στη διεθνή εμπορική ναυτιλία.

Το πραγματικό ζητούμενο

Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη επιλογή:

Να συνεχίσει να αγοράζει μεμονωμένα anti‑drone συστήματα από το εξωτερικό ή να αξιοποιήσει την ανάγκη προστασίας των High Value Assets ως καταλύτη για τη δημιουργία μιας νέας ελληνικής βιομηχανίας Dual‑Use C‑UAS.

Με δυνητική αγορά 300-500 εκατ.€ αρχικά και δυνατότητα να ξεπεράσει τα  700 εκατ. € σε βάθος δεκαετίας, το αντικείμενο είναι αρκετά μεγάλο ώστε να στηρίξει μια οργανωμένη εθνική στρατηγική.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται απλώς ένα anti‑drone σύστημα. Χρειάζεται ένα ελληνικό Dual‑Use C‑UAS οικοσύστημα που θα προστατεύει στρατιωτικές και πολιτικές υποδομές, εμπορικά πλοία και κρίσιμες εγκαταστάσεις, ενώταυτόχρονα θα δημιουργήσει εξαγώγιμα προϊόντα υψηλής τεχνολογίας.

Σχόλια