Η Νορβηγία θωρακίζει τις αεροπορικές βάσεις της με ολοκληρωμένα συστήματα anti-drone

Φωτογραφία με βοήθεια CHAT GPT

Μπάμπης Παπασπύρος

Η Νορβηγία περνά από τη θεωρία στην πράξη, ενισχύοντας την προστασία κρίσιμων στρατιωτικών αεροπορικών βάσεων απέναντι στην ολοένα αυξανόμενη απειλή των drones.

Η νορβηγική υπηρεσία αμυντικών προμηθειών Forsvarsmateriell υπέγραψε τον Αύγουστο του 2025 τετραετή συμφωνία-πλαίσιο με τη βρετανική Operational Solutions Ltd. (OSL), συνολικής αξίας έως 938 εκατ. νορβηγικών κορωνών (86.3 εκ. €). Η συμφωνία προβλέπει τη σταδιακή προμήθεια συστημάτων Counter-Unmanned Aerial Systems (C-UAS) για την προστασία στρατιωτικών βάσεων, εγκαταστάσεων και άλλων σταθερών στόχων. 

Η πρώτη εγκατάσταση έγινε στην αεροπορική βάση Ørland, την κύρια βάση των νορβηγικών F-35A. Το σύστημα δεν λειτουργεί ως ένα μεμονωμένο «anti-drone όπλο», αλλά ως ολοκληρωμένη αρχιτεκτονική εντοπισμού, αναγνώρισης, παρακολούθησης και αντιμετώπισης UAV, η οποία ενσωματώνεται στο ευρύτερο σύστημα αεράμυνας της βάσης.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι το νέο C-UAS στην Ørland μπορεί, μέσω προσαρμογής λογισμικού, να αναλάβει και τη λειτουργία του παλαιότερου radar ανίχνευσης πτηνών, το οποίο ούτως ή άλλως πλησίαζε στο τέλος της επιχειρησιακής ζωής του. 

Η δεύτερη σημαντική εγκατάσταση έγινε στην αεροπορική βάση Evenes, στη βόρεια Νορβηγία. Το σύστημα τέθηκε σε λειτουργία τον Μάρτιο του 2026 και δοκιμάστηκε στο πλαίσιο της μεγάλης νατοϊκής άσκησης Cold Response 2026. Η Evenes έχει ιδιαίτερη στρατηγική σημασία, καθώς αποτελεί βάση των P-8A Poseidon και προωθημένη βάση των νορβηγικών F-35A, από την οποία εκτελούνται και αποστολές NATO Quick Reaction Alert.

Μια πολυεπίπεδη αρχιτεκτονική C-UAS

Η νορβηγική επιλογή έχει ιδιαίτερο τεχνολογικό ενδιαφέρον. Το σύστημα αποτελείται από κέντρο διοίκησης και ελέγχου (C2), αισθητήρες και effectors, τόσο kinetic όσο και non-kinetic. Στόχος είναι η δημιουργία μιας ενιαίας εικόνας της εναέριας κατάστασης και η δυνατότητα αντιμετώπισης διαφορετικών κατηγοριών UAV.


Με βάση την τυπική διάταξη που παρουσιάζεται για την προστασία των αεροδρομίων, η αρχιτεκτονική περιλαμβάνει πολλαπλά radar, ηλεκτροοπτικούς/υπέρυθρους αισθητήρες (EO/IR), αισθητήρες RF για τον εντοπισμό εκπομπών των drones, κέντρο C2 και συστήματα παρεμβολών (τα οποία δεν απεικονίζονται πάντοτε στην ανωτέρω διάταξη).

Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό: η αντιμετώπιση των drones δεν βασίζεται πλέον σε έναν μόνο αισθητήρα ή σε έναν μόνο τρόπο εξουδετέρωσης. Η λογική είναι detect – identify – track – decide – defeat.

Η νορβηγική λύση σχεδιάστηκε για την αντιμετώπιση UAV Κατηγορίας 1, δηλαδή μη επανδρωμένων αεροσκαφών βάρους έως 150 kg. Το C-UAS συμπληρώνει και δεν αντικαθιστά την υφιστάμενη αεράμυνα. 

Το σημαντικότερο στοιχείο: η ολοκλήρωση

Ίσως το σημαντικότερο μάθημα από τη νορβηγική προσέγγιση δεν είναι το συγκεκριμένο radar, η κάμερα ή ο jammer.

Είναι η ολοκλήρωση.

Το C-UAS συνδέεται με τα υφιστάμενα συστήματα αεράμυνας και τα command-and-control συστήματα της βάσης, ενώ προβλέπεται διασύνδεση και με τις λειτουργίες της πολιτικής αεροπορίας. 

Αυτό είναι κρίσιμο για ένα σύγχρονο αεροδρόμιο. Ένα drone που πετάει πάνω ή κοντά σε μια αεροπορική βάση δεν αποτελεί απλώς «στόχο για έναν jammer». Πρέπει πρώτα να εντοπιστεί, να αναγνωριστεί, να αξιολογηθεί ως απειλή και στη συνέχεια να επιλεγεί η κατάλληλη αντίδραση, χωρίς να δημιουργηθούν παράπλευρες επιπτώσεις στα αεροσκάφη, στα συστήματα πλοήγησης, στις επικοινωνίες ή στην ομαλή λειτουργία του αεροδρομίου.

Η Νορβηγία επιβεβαιώνει μια πρόταση που είχε γίνει στην Ελλάδα

Και εδώ υπάρχει μια ενδιαφέρουσα ελληνική παράλληλη εξέλιξη.

Τον Ιανουάριο του 2024 είχε εκπονηθεί η μελέτη «Advanced Radar-Based Counter-UAV Solutions for Enhanced Aircraft Security in Airport Environments, των Δρ. Βασίλη Μηλιώτη και Μπάμπη Παπασπύρου.

Η πρόταση εκείνη εστίαζε ακριβώς στην ανάγκη δημιουργίας μιας ολοκληρωμένης αρχιτεκτονικής C-UAS για την προστασία αεροδρομίων, με έμφαση στα προηγμένα radar και αισθητήρες, στην τεχνητή νοημοσύνη για την ανίχνευση και ταξινόμηση UAV και στη δυνατότητα συνδυασμού διαφορετικών τεχνολογιών αντιμετώπισης.

Δύο χρόνια αργότερα, η νορβηγική πρακτική δείχνει ότι αυτή ακριβώς η φιλοσοφία αποκτά πλέον επιχειρησιακή υπόσταση.

Η προστασία ενός σύγχρονου αεροδρομίου από drones δεν μπορεί να βασίζεται σε ένα «κουτί» που απλώς εκπέμπει παρεμβολές. Χρειάζεται ένα δικτυωμένο σύστημα αισθητήρων και effectors, με radar, RF detection, EO/IR, C2, τεχνητή νοημοσύνη και δυνατότητα kinetic και non-kinetic αντιμετώπισης.

Και κυρίως χρειάζεται να αποτελεί τμήμα της συνολικής αεράμυνας και όχι ένα ανεξάρτητο σύστημα.

Το νορβηγικό μήνυμα είναι σαφές

Η Νορβηγία επενδύει έως και 86.3 εκ. € σε μια τετραετή συμφωνία, ενώ μέσα σε λίγους μήνες από την υπογραφή της σύμβασης κατάφερε να εγκαταστήσει επιχειρησιακά συστήματα στις Ørland και Evenes. Η ίδια η Forsvarsmateriell επισημαίνει ότι η δυνατότητα αντιμετώπισης drones αποτελεί πλέον σημαντικό μέρος της σύγχρονης αεράμυνας. 

Το μάθημα για την Ελλάδα είναι προφανές.

Με την αυξανόμενη παρουσία UAV στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά και με την εμπειρία από την Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, η προστασία των στρατιωτικών και πολιτικών αεροδρομίων δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως δευτερεύουσα απαίτηση.

Χρειάζεται ολοκληρωμένη αρχιτεκτονική C-UAS, προσαρμοσμένη στις ελληνικές επιχειρησιακές ανάγκες, και όπου είναι δυνατόν, βασισμένη σε ελληνικούς αισθητήρες, λογισμικό και συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου.

Η Νορβηγία δείχνει πλέον στην πράξη προς τα πού κινείται η σύγχρονη προστασία αεροδρομίων: Radar + RF + EO/IR + AI + C2 + Jamming + Kinetic Effectors = ολοκληρωμένη άμυνα απέναντι στα drones.

Το ερώτημα για την Ελλάδα δεν είναι αν θα χρειαστεί μια τέτοια αρχιτεκτονική. Είναι πόσο γρήγορα θα την αποκτήσει.


Σχόλια