Η Βρετανία επενδύει πάνω από 5 δισ. £ στα αυτόνομα συστήματα – Το μάθημα της Ουκρανίας αλλάζει τον πόλεμο


Μπάμπης Παπασπύρος

Η Μεγάλη Βρετανία φαίνεται να κάνει ένα σημαντικό βήμα προς τη στρατιωτική δύναμη του μέλλοντος, τοποθετώντας την αυτονομία, την τεχνητή νοημοσύνη, τα drones και τη ρομποτική στο επίκεντρο του σχεδιασμού των Ενόπλων Δυνάμεών της.

Το Defence Investment Plan 2026 του βρετανικού Υπουργείου Άμυνας προβλέπει επενδύσεις άνω των £5 δισ. σε προηγμένα μη επανδρωμένα και αυτόνομα συστήματα μέσα στην επόμενη τετραετία. Η φιλοσοφία του σχεδίου είναι σαφής: το μέλλον δεν θα ανήκει αποκλειστικά σε επανδρωμένα οπλικά συστήματα, αλλά σε έναν συνδυασμό επανδρωμένων και μη επανδρωμένων πλατφορμών, συνδεδεμένων μέσω ψηφιακών δικτύων και υποστηριζόμενων από AI. 


Και εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο μήνυμα. Η Βρετανία δεν αντιμετωπίζει τα drones ως ένα ακόμη οπλικό σύστημα. Τα εντάσσει στον συνολικό μετασχηματισμό των Ενόπλων Δυνάμεων.

Από τον πόλεμο της Ουκρανίας στη νέα βρετανική στρατιωτική φιλοσοφία

Το βρετανικό σχέδιο αναγνωρίζει ότι οι εμπειρίες από την Ουκρανία έχουν αλλάξει δραστικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το σύγχρονο πεδίο μάχης.

Η αυξανόμενη διαφάνεια του πεδίου μάχης, η συνεχής παρουσία drones, η δυνατότητα ταχείας συλλογής και επεξεργασίας δεδομένων και η ανάγκη για μεγαλύτερη ακρίβεια και ταχύτητα στη λήψη αποφάσεων οδηγούν σε ένα νέο μοντέλο.

Οι μελλοντικές χερσαίες δυνάμεις θα συνδυάζουν προστατευμένα και επιβιώσιμα επανδρωμένα οχήματα, επαναχρησιμοποιούμενα drones και αυτόνομες πλατφόρμες, αλλά και αναλώσιμα καμικάζι (one-way attack) drones, πυραύλους, ρουκέτες και πυροβολικό. 

Πρόκειται ουσιαστικά για ένα νέο «οικοσύστημα» μάχης.

Το επανδρωμένο όχημα δεν εξαφανίζεται. Αντίθετα, αποκτά έναν διαφορετικό ρόλο, λειτουργώντας ως κόμβος διοίκησης, αισθητήρων και ισχύος πυρός, ενώ γύρω του επιχειρούν μια σειρά από μη επανδρωμένα συστήματα.

£1,5 δισ. για ένα «Hybrid Navy»

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η επένδυση £1,5 δισ. για τη μετάβαση του Royal Navy σε μια υβριδική δύναμη.

Η μελλοντική βρετανική ναυτική δύναμη θα συνδυάζει επανδρωμένα πολεμικά πλοία με μη επανδρωμένα σκάφη επιφανείας (USV), αυτόνομα υποβρύχια οχήματα και δικτυωμένες ναυτικές επιχειρήσεις. 

Η εξέλιξη αυτή έχει τεράστια σημασία.

Τα USV και τα αυτόνομα υποβρύχια μπορούν να αναλάβουν αποστολές αναγνώρισης, επιτήρησης, συλλογής πληροφοριών ή άλλες επικίνδυνες αποστολές, μειώνοντας την έκθεση του προσωπικού.

Έτσι, το πολεμικό πλοίο του μέλλοντος δεν θα επιχειρεί μόνο του. Θα αποτελεί μέρος ενός «σμήνους» επανδρωμένων και μη επανδρωμένων μέσων.

£460 εκατ. για τον Βρετανικό Στρατό

Στον χερσαίο τομέα, το σχέδιοπροβλέπει £460 εκατ. για το Project Corvus και την ανάπτυξη UGVs, με στόχο την εισαγωγή οπλισμένων αυτόνομων οχημάτων, συστημάτων με τεχνητή νοημοσύνη και drones.

Η νέα προσέγγιση συνδέεται με το δόγμα "Recce-Strike", δηλαδή τη σύνδεση αναγνώρισης και κρούσης σε ένα ενιαίο ψηφιακό οικοσύστημα. 

Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η πρόβλεψη για £1,6 δισ. νέων επενδύσεων σε drones και AI-enabled digital targeting, με στόχο την αύξηση της μαχητικής ισχύος του Βρετανικού Στρατού. 

Με απλά λόγια, η Βρετανία επιχειρεί να δημιουργήσει έναν στρατό στον οποίο ο αισθητήρας, ο αναλυτής δεδομένων και το όπλο θα συνδέονται πολύ ταχύτερα.

Project ASGARD: Drones, AI και τεθωρακισμένα

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται το Project ASGARD, ύψους £370 εκατ.

Στόχος είναι η ενίσχυση του Recce-Strike μέσω της συνδυασμένης χρήσης drones, τεχνητής νοημοσύνης, ψηφιακής στοχοποίησης και τεθωρακισμένων οχημάτων. 

Η ιδέα είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα για το μέλλον των χερσαίων επιχειρήσεων.

Ένα τεθωρακισμένο όχημα δεν χρειάζεται πλέον να επιχειρεί μόνο με τα δικά του οργανικά αισθητήρια. Μπορεί να λαμβάνει εικόνα από drones, να αξιοποιεί AI για την επεξεργασία των δεδομένων και να συνδέεται με άλλα οχήματα και συστήματα πυρός.

Έτσι δημιουργείται ένα δικτυωμένο σύστημα μάχης, όπου η πληροφορία μετατρέπεται σε απόφαση και στη συνέχεια σε αποτέλεσμα με πολύ μικρότερο χρόνο αντίδρασης.

£300 εκατ. για αυτόνομα μαχητικά αεροσκάφη

Η ίδια φιλοσοφία μεταφέρεται και στον αέρα.

Το σχέδιο προβλέπει £300 εκατ. για την ανάπτυξη αυτόνομων μαχητικών αεροσκαφών που θα επιχειρούν μαζί με μαχητικά 4ης και 5ης γενιάς, στο πλαίσιο της πορείας της Βρετανίας προς το GCAP και την πρώτη ευρωπαϊκή αεροπορική δύναμη 6ης γενιάς. 

Εδώ εμφανίζεται η έννοια των Collaborative Combat Aircraft (CCA).

Το επανδρωμένο μαχητικό του μέλλοντος δεν θα είναι απαραίτητα μόνο του. Θα μπορεί να συνοδεύεται από αυτόνομα ή ημιαυτόνομα αεροσκάφη, τα οποία θα λειτουργούν ως «πολλαπλασιαστές ισχύος».

Ο πιλότος θα βρίσκεται στο κέντρο της αποστολής, αλλά ένα μέρος των επικίνδυνων, επαναλαμβανόμενων ή ιδιαίτερα απαιτητικών αποστολών θα μπορεί να ανατίθεται σε μη επανδρωμένα συστήματα.

Δεν είναι μόνο τα drones

Ίσως το πιο σημαντικό στοιχείο ου βρετανικού σχεδίου είναι ότι η επένδυση στην αυτονομία δεν περιορίζεται στην αγορά drones.

Η Βρετανία επενδύει παράλληλα σε Digital Targeting Web (£1,8 δισ.), Defence Innovation (£1,6 δισ.), Cyber & Electromagnetic (£2,5 δισ.), Space (£3,2 δισ.);και Integrated Air & Missile Defence (£790 εκατ.). 

Αυτό δείχνει ότι το πραγματικό όπλο του μέλλοντος δεν είναι το drone από μόνο του. Είναι η διασύνδεση.

Drone χωρίς ασφαλείς επικοινωνίες, χωρίς αισθητήρες, χωρίς ψηφιακή στοχοποίηση, χωρίς ηλεκτρονικό πόλεμο και χωρίς δυνατότητα επεξεργασίας δεδομένων έχει περιορισμένη αξία.

Αντίθετα, ένα drone που αποτελεί μέρος ενός δικτυωμένου συστήματος μπορεί να πολλαπλασιάσει δραματικά την αποτελεσματικότητα μιας στρατιωτικής δύναμης

Defence Uncrewed Systems Centre και Taskforce

Για να επιταχύνει αυτή τη μετάβαση, η Βρετανία δημιουργεί δύο σημαντικές δομές.

Το Defence Uncrewed Systems Centre στο Swindon έχει ως στόχο τη δημιουργία κοινών προτύπων, πλαισίων δεδομένων και ανοικτών αρχιτεκτονικών, ώστε τα μη επανδρωμένα συστήματα να μπορούν να ενσωματώνονται στις Ένοπλες Δυνάμεις. 

Παράλληλα, η Uncrewed Systems Taskforce φέρνει μαζί στρατιωτικούς, βιομηχανία και τεχνολογικούς φορείς, με στόχο την ταχεία ανάπτυξη πρωτοτύπων και την επιχειρησιακή αξιοποίησή τους. 

Αυτό είναι ένα ακόμη κρίσιμο μάθημα.

Δεν αρκεί να διαθέτει μια χώρα τεχνολογία. Χρειάζεται μηχανισμούς που να επιτρέπουν την ταχεία μετάβαση από το εργαστήριο στο πεδίο.

Το μήνυμα για την Ελλάδα

Το βρετανικό σχέδιο αποτελεί ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον παράδειγμα για την Ελλάδα.

Δεν έχει σημασία μόνο το ύψος των βρετανικών επενδύσεων. Σημασία έχει κυρίως η αρχιτεκτονική της προσέγγισης.

Η Βρετανία δεν αντιμετωπίζει τα drones, τα UGVs, τα USVs, την AI, τον ηλεκτρονικό πόλεμο και τα ψηφιακά δίκτυα ως ξεχωριστές τεχνολογίες. Τα εντάσσει σε ένα ενιαίο επιχειρησιακό μοντέλο.

Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο μάθημα της Ουκρανίας.


Ο πόλεμος των επόμενων δεκαετιών δεν θα κριθεί αποκλειστικά από το ποιος έχει τα περισσότερα άρματα, πλοία ή μαχητικά. Θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό από το ποιος μπορεί να βλέπει πρώτος, να επεξεργάζεται τα δεδομένα ταχύτερα, να αποφασίζει γρηγορότερα και να επιχειρεί με περισσότερα μη επανδρωμένα μέσα.

Και η Βρετανία, με το Defence Investment Plan 2026, φαίνεται να έχει ήδη αποφασίσει προς τα πού θέλει να κινηθεί.

Το ερώτημα για την Ελλάδα είναι πλέον διαφορετικό:

Θα παρακολουθήσει αυτή την τεχνολογική επανάσταση ως απλός χρήστης ξένων συστημάτων ή θα επιχειρήσει να αναπτύξει και να ενσωματώσει δικές της τεχνολογίες drones, UGV, USV, AI, ηλεκτρονικού πολέμου και C-UAS σε ένα ενιαίο εθνικό οικοσύστημα άμυνας;

Γιατί το πραγματικό μάθημα της Βρετανίας δεν είναι οι £5 δισ.

Είναι η απόφαση να αντιμετωπίσει την αυτονομία ως βασικό πυλώνα της μελλοντικής στρατιωτικής ισχύος.

Με πληροφορίες από DefenceIQ


Σχόλια