Αμυντική βιομηχανία και καινοτομία στην Ελλάδα: Η ευκαιρία ανάκαμψης και ο πληθωρισμός των "ειδικών"


Μπάμπης Παπασπύρος

Για δεκαετίες, η ελληνική αμυντική βιομηχανία βρέθηκε σε κατάσταση απαξίωσης. Περιορισμένες επενδύσεις, διοικητικές παθογένειες και έλλειψη στρατηγικού σχεδιασμού οδήγησαν σε έναν τομέα μικρού μεγέθους, ιδιαίτερα όταν συγκρίνεται με χώρες αντίστοιχου οικονομικού και γεωπολιτικού αποτυπώματος. Το αποτέλεσμα ήταν η σταδιακή απώλεια τεχνογνωσίας, η εξάρτηση από εισαγωγές, η "αγορά απ το ράφι" και η αδυναμία συμμετοχής σε μεγάλα διεθνή προγράμματα.

Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, το τοπίο αλλάζει. Οι γεωπολιτικές εξελίξεις, οι πρόσφατες συγκρούσεις και η αναβάθμιση της σημασίας της άμυνας σε ευρωπαϊκό επίπεδο έχουν επαναφέρει την αμυντική βιομηχανία στο προσκήνιο. 

Τα ευρωπαϊκά προγράμματα χρηματοδότησης, σε συνδυασμό με πρωτοβουλίες όπως το SAFE (Security Action for Europe) και η πολιτική ReArm Europe, δημιουργούν νέες ευκαιρίες για την ανάπτυξη μιας ισχυρής και στρατηγικά αυτόνομης ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανικής βάσης και κατ’ επέκταση για την επανεκκίνηση της ελληνικής συμμετοχής σε αυτήν.

Σε αυτό το νέο περιβάλλον, παρατηρείται αυξημένο ενδιαφέρον από επιχειρήσεις, επενδυτές και τεχνολογικούς φορείς. Το οικοσύστημα του defence innovation, που περιλαμβάνει τεχνολογίες αιχμής όπως τα μη επανδρωμένα συστήματα, η τεχνητή νοημοσύνη, οι αισθητήρες , τα data systems κλπ, αναδεικνύεται σε βασικό πεδίο δραστηριότητας. Παράλληλα, ολοένα και μεγαλύτερη σημασία αποκτούν οι λεγόμενες τεχνολογίες dual-use, δηλαδή τεχνολογίες με ταυτόχρονη πολιτική και στρατιωτική εφαρμογή. Από την τεχνητή νοημοσύνη και τα δίκτυα επικοινωνιών έως τα drones και τα συστήματα κυβερνοασφάλειας, οι dual-use τεχνολογίες αποτελούν τον βασικό συνδετικό κρίκο μεταξύ πολιτικής και αμυντικής καινοτομίας.

Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί σημαντικές ευκαιρίες, καθώς επιτρέπει τη μεταφορά τεχνογνωσίας και επενδύσεων από τον ευρύτερο τεχνολογικό τομέα προς την άμυνα. Ταυτόχρονα, όμως, εισάγει και νέες προκλήσεις: ζητήματα κανονιστικού πλαισίου, ελέγχου εξαγωγών, προστασίας κρίσιμων τεχνολογιών και διαχείρισης δεδομένων καθίστανται πιο σύνθετα. Η κατανόηση και αξιοποίηση των dual-use τεχνολογιών απαιτεί ακόμη υψηλότερο επίπεδο εξειδίκευσης και στρατηγικής σκέψης.

Ωστόσο, παρά τη θετική δυναμική, αναδύεται ένα ανησυχητικό φαινόμενο: η εμφάνιση ατόμων και σχημάτων που αυτοπροσδιορίζονται ως «ειδικοί» ή «σύμβουλοι» στον χώρο της άμυνας και της καινοτομίας, χωρίς να διαθέτουν την απαραίτητη γνώση, εμπειρία ή αποδεδειγμένο έργο. Σε έναν τομέα τόσο εξειδικευμένο και ταυτόχρονα ευαίσθητο, η επιφανειακή προσέγγιση και η έλλειψη ουσιαστικής κατανόησης δεν αποτελούν απλώς μειονέκτημα συνιστούν κίνδυνο.

Η αμυντική καινοτομία δεν είναι πεδίο θεωρητικών προσεγγίσεων ή γενικών συμβουλών. Απαιτεί βαθιά κατανόηση επιχειρησιακών αναγκών, γνώση τεχνολογιών αιχμής και dual-use εφαρμογών, εμπειρία σε διαδικασίες προμηθειών, καθώς και εξοικείωση με το σύνθετο θεσμικό και κανονιστικό πλαίσιο της άμυνας. Η ανάπτυξη αξιόπιστων λύσεων προϋποθέτει συνεργασία μεταξύ εξειδικευμένων επιστημόνων, μηχανικών, στρατιωτικών στελεχών και  επιχειρηματικών φορέων.

Σε αυτό το πλαίσιο, η είσοδος «παρείσακτων» δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ποιότητας, αλλά και αποτελεσματικότητας. Μπορεί να οδηγήσει σε σπατάλη πόρων, λανθασμένες επενδυτικές αποφάσεις και, τελικά, σε αποτυχία έργων που θα μπορούσαν να έχουν στρατηγική σημασία για τη χώρα. Σε μια περίοδο όπου ο χρόνος είναι κρίσιμος και ο ανταγωνισμός έντονος, τέτοιες αστοχίες δεν είναι πολυτέλεια που μπορεί να αντέξει η Ελλάδα.

Η ανασυγκρότηση της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας απαιτεί σαφή κριτήρια, αξιολόγηση και θεσμική ωριμότητα. Χρειάζεται να δοθεί προτεραιότητα και στήριξη σε πιστοποιημένους φορείς, σωστά δομημένα και οργανωμένα οικοσυστήματα και άτομα με αποδεδειγμένη ικανότητα, εμπειρία και ουσιαστική συνεισφορά. Παράλληλα, είναι απαραίτητη η ενίσχυση της διαφάνειας η σύνδεση, με την εγχώρια βιομηχανία, με διεθνή οικοσυστήματα και η δημιουργία μηχανισμών που θα επιβραβεύουν την πραγματική καινοτομία και όχι την επικοινωνιακή εικονική πραγματικότητα.

Η συγκυρία είναι κρίσιμη. Η Ελλάδα έχει την ευκαιρία να επανατοποθετηθεί στον ευρωπαϊκό χάρτη της αμυντικής βιομηχανίας, αξιοποιώντας τα διαθέσιμα εργαλεία και τη γεωστρατηγική της θέση. Όμως, η επιτυχία δεν θα κριθεί μόνο από τη διαθεσιμότητα πόρων ή την πολιτική βούληση. Θα κριθεί από το ποιοι τελικά θα αναλάβουν να υλοποιήσουν αυτή τη μετάβαση.

Σε έναν τομέα που εξελίσσεται με ταχύτατους ρυθμούς και επηρεάζει άμεσα την εθνική ασφάλεια, δεν υπάρχει ούτε χρόνος ούτε χώρος για επιφανειακές προσεγγίσεις. Η σοβαρότητα, η εξειδίκευση και η αξιοπιστία δεν είναι επιλογές είναι προϋποθέσεις επιτυχίας.

Σχόλια