Με δέκα «Αδώνιδες» θα είχαμε γλυτώσει από τη μιζέρια και η Ελλάδα θα ήταν καλύτερη


Μπάμπης Παπασπύρος

Στην ελληνική πολιτική σκηνή υπάρχει μια διαχρονική ασθένεια: η αδυναμία να αναγνωρίσουμε το έργο και τα αυτονόητα, τυφλωμένοι συχνά από κομματικά στερεότυπα και μια έμφυτη τάση προς τη γκρίνια. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της πραγματικότητας αποτελεί η περίπτωση του Άδωνι Γεωργιάδη. Ένας υπουργός αποδεδειγμένα αεικίνητος, εργασιομανής και παρών στην πρώτη γραμμή, ο οποίος όμως βρίσκεται διαρκώς στο στόχαστρο μιας κριτικής που συχνά αγγίζει τα όρια του παραλόγου.

Η πολιτική των «Ναι μεν, αλλά...»

Το έργο στο Υπουργείο Υγείας είναι μετρήσιμο, αλλά για τους επαγγελματίες αρνητές, πάντα θα υπάρχει μια δικαιολογία υποβάθμισης:

Οι Υποδομές: Εγκαινιάζονται νέες μονάδες και ανακαινίζονται υποδομές σε δεκάδες νοσοκομεία. Η απάντηση της αντιπολίτευσης; «Ναι, αλλά είναι από δωρεές ή από το Ταμείο Ανάκαμψης». Λες και τα χρήματα αυτά βρέθηκαν μόνα τους στο ταμείο ή λες και η απορρόφηση και η υλοποίηση τέτοιων γιγαντιαίων προγραμμάτων δεν βελτιώνουν τα νοσοκομεία και τις υπηρεσίες τους.

Οι Προσλήψεις: Πραγματοποιούνται οι μεγαλύτερες προσλήψεις της τελευταίας δεκαετίας στο ΕΣΥ. Η μόνιμη επωδός; «Θέλουμε κι άλλους». Μια μόνιμη γκρίνια, όπου η πραγματική πρόοδος θυσιάζεται στον βωμό του ανέφικτου μαξιμαλισμού.

Οι Τομές: Γίνονται βαθιές μεταρρυθμίσεις που δεν γίνονταν ή εκκρεμούσαν για δεκαετίες. Η κριτική αφορίζει τα πάντα με το στερεότυπο...Είναι τα αυτονόητα ή «δεν υπάρχει κόσμος», παραβλέποντας την αδράνεια δεκαετιών και αγνοώντας  τις παγκόσμιες ελλείψεις σε ιατρικό προσωπικό και τις προσπάθειες νέων προσλήψεων και κινήτρων που θεσμοθετούνται.

Από τον διάλογο στη λάσπη

Ο Άδωνις Γεωργιάδης επιλέγει συνειδητά να μην κλείνεται σε υπουργικά γραφεία. Πηγαίνει παντού, μιλάει με τον κόσμο, έρχεται σε επαφή με τους εργαζόμενους πρόσωπο με πρόσωπο. Ποια είναι η υποδοχή από μια συγκεκριμένη, θορυβώδη μειοψηφία; Οι ντούντουκες, οι κραυγές και οι ακραίοι χαρακτηρισμοί. Όταν η πολιτική επιχειρηματολογία στερεύει, επιστρατεύονται οι λέξεις «δολοφόνος» και «φασίστας» , εκφράσεις που όχι μόνο υποβαθμίζουν τον πολιτικό πολιτισμό, αλλά εκθέτουν κυρίως εκείνους που τις χρησιμοποιούν.

Ακόμα και η αμεσότητά του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου απαντά προσωπικά σε απλούς πολίτες προσπαθώντας να δώσει λύσεις σε καθημερινά προβλήματα, βαφτίζεται από τους επικριτές του ως «λαϊκισμός». Αντίθετα, αν ήταν απών, θα κατηγορούνταν ως «αλαζόνας» και «αποκομμένος από την κοινωνία».

Το συμπέρασμα είναι σαφές: Για κάποιους, ο Άδωνις Γεωργιάδης είναι ένοχος απλώς και μόνο επειδή παράγει έργο και επειδή... προλαβαίνει να είναι παντού. Το ερώτημα «πού βρίσκει τον χρόνο;» δεν είναι πλέον απορία, αλλά κατηγορία.

Η ανάγκη για μια άλλη νοοτροπία

Αυτή η πραγματικότητα αποτυπώνει ανάγλυφα τη μιζέρια που κρατά τη χώρα πίσω. Όταν το κομματικό συμφέρον μπαίνει πάνω από την υγεία των πολιτών και το κοινό καλό, τότε η κριτική παύει να είναι εποικοδομητική και γίνεται ισοπεδωτική.

Αν κάθε κόμμα και κάθε κυβέρνηση διέθετε δέκα στελέχη με την εργατικότητα, την αποτελεσματικότητα και την πολιτική αυτοθυσία του Άδωνι Γεωργιάδη, ανεξαρτήτως ιδεολογικού προσήμου, η Ελλάδα θα είχε αλλάξει πίστα εδώ και χρόνια. 

Η χώρα δεν χρειάζεται άλλους θεατές και σχολιαστές των κερκίδων, χρειάζεται παίκτες που μπαίνουν στο γήπεδο, λερώνουν τη φανέλα και φέρνουν αποτέλεσμα, κόντρα στο ανάθεμα και τις παρωπίδες.

Σχόλια