Ιστορική απόφαση για Δίστομο από το Ιταλικό Ακυρωτικό Δικαστήριο επιτρέπει κατάσχεση γερμανικών περιουσιακών στοιχείων στην Ιταλία


Για τα εγκλήματα του Τρίτου Ράιχ, η λήξη των διαδικασιών εκτέλεσης, που προβλέπεται από το Νομοθετικό Διάταγμα 36/2022, ισχύει αποκλειστικά για τους πιστωτές που δικαιούνται πρόσβαση στο «Ταμείο Αποζημιώσεων» που ιδρύθηκε στο Υπουργείο Οικονομίας με το ίδιο διάταγμα. Αυτό σημαίνει ότι οι «ξένοι πιστωτές» για εγκλήματα που διαπράττονται στο εξωτερικό, οι οποίοι εξαιρούνται ρητά από την πρόσβαση στο Ταμείο, «διατηρούν το δικαίωμα να κινήσουν διαδικασίες εκτέλεσης κατά των εμπορικών περιουσιακών στοιχείων της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας που υπάρχουν στην Ιταλία»

Αυτό διαπιστώθηκε από το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της Ιταλίας (Corte Suprema di Cassazione) σε μια μακροσκελή απόφαση 58 σελίδων, με αριθμό 8785/2026, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 43, παράγραφος 3, του Νομοθετικού Διατάγματος μπορεί να ερμηνευθεί μόνο σύμφωνα με τις συνταγματικές αρχές και τη συλλογιστική που διευκρίνισε το Συνταγματικό Δικαστήριο στην απόφαση αριθ. 159 του 2023. Επιπλέον, το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι η κρατική παρέμβαση, που αναλαμβάνεται αποκλειστικά κατόπιν έφεσης για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων ή των διεθνών υποχρεώσεων, είναι απαράδεκτη.

Η διαφορά πηγάζει από τη σφαγή του Διστόμου, η οποία έλαβε χώρα το 1944 κατά τη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής της Ελλάδας, κατά την οποία οι δυνάμεις του Τρίτου Ράιχ σκότωσαν 218 πολίτες. Χρόνια αργότερα, το Ελληνικό Δικαστήριο της Λιβαδειάς, με την απόφαση αριθ. 137/1997, διέταξε την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να αποζημιώσει τους κληρονόμους των θυμάτων. Δεδομένου ότι ο Υπουργός Δικαιοσύνης αρνήθηκε να επιτρέψει την εκτέλεση της απόφασης στην Ελλάδα, οι πιστωτές άσκησαν αγωγή στην Ιταλία, επιτυγχάνοντας την αναγνώριση (exequatur) του τίτλου από το Εφετείο της Φλωρεντίας, η οποία επικυρώθηκε οριστικά από το Ακυρωτικό Δικαστήριο.

Σύμφωνα με αυτόν τον τίτλο, η Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας, ως το αντιπροσωπευτικό όργανο της τοπικής ελληνικής κοινότητας, κίνησε διαδικασίες εκτέλεσης ενώπιον του Δικαστηρίου της Ρώμης μέσω κατάσχεσης από τρίτους κατά της Deutsche Bahn AG και των κατασχεμένων ιταλικών εταιρειών. Το αναγκαστικό χρέος ανερχόταν, σύμφωνα με τα έγγραφα, σε περίπου 49,6 εκατομμύρια ευρώ.

Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, προκειμένου να τερματιστεί η μακροχρόνια διαμάχη με τη Γερμανία, η Ιταλική Κυβέρνηση, με το Νομοθετικό Διάταγμα αριθ. 36 της 30ής Απριλίου 2022 (που μετατράπηκε με τροποποιήσεις από τον Νόμο αριθ. 79 της 29ης Ιουνίου 2022), ίδρυσε Ταμείο για την αποζημίωση ζημιών που υπέστησαν τα θύματα επιθέσεων σε ιταλικό έδαφος ή κατά Ιταλών πολιτών από τις δυνάμεις του Τρίτου Ράιχ, κατά την περίοδο μεταξύ Σεπτεμβρίου 1939 και 8 Μαΐου 1945. Σε αυτό το σημείο, η Deutsche Bahn AG ζήτησε τον τερματισμό της διαδικασίας εκτέλεσης, υποστηρίζοντας ότι η απαγόρευση εκτέλεσης ίσχυε και για τους αλλοδαπούς πιστωτές με ξένες αξίες. Τα κατώτερα δικαστήρια απέρριψαν το αίτημα αυτό, κρίνοντας ότι η διάταξη δεν ίσχυε για τους αλλοδαπούς πολίτες που, όπως στην προκειμένη περίπτωση, δεν είχαν πρόσβαση στο Ταμείο.

Το ζήτημα έφτασε στη συνέχεια στο Ακυρωτικό Δικαστήριο, το οποίο επικύρωσε την απόφαση. Το Ταμείο Αποζημιώσεων, υποστηρίζει η απόφαση, αποτελεί «το μόνο στοιχείο» που εμποδίζει τη διάταξη που προβλέπει την παύση των διαδικασιών «να οδηγήσει σε αυθαίρετη εξάλειψη του δικαιώματος αξίωσης». Δεδομένου ότι οι ξένοι πιστωτές για εγκλήματα που διαπράττονται στο εξωτερικό εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του Ταμείου, «η εφαρμογή του αποτελέσματος εξαφάνισης σε αυτούς θα οδηγούσε σε παράλογες διακρίσεις και σε απαράδεκτη παραβίαση τουλάχιστον της δευτερογενούς (ή αντισταθμιστικής) προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων». «Επομένως, η εξαφάνιση δεν μπορεί να τεθεί σε ισχύ εκτός εάν διασφαλιστεί η αντικατάσταση του Κράτους στην υποχρέωση αποζημίωσης».

Δεδομένου ότι τα αποδεικτικά στοιχεία από το κείμενο «δεν είναι καθόλου σαφή», το Δικαστήριο υιοθέτησε μια συνταγματικά προσανατολισμένη ερμηνεία του Άρθρου 43: η περάτωση της διαδικασίας εκτέλεσης ισχύει «αποκλειστικά για τους πιστωτές που δικαιούνται πρόσβαση στο Ταμείο Αποζημιώσεων ή σε αλλοδαπές αποφάσεις που, για πράξεις που τελέστηκαν στο εξωτερικό, αφορούσαν Ιταλούς πολίτες ή αφορούσαν επίσης αλλοδαπούς πολίτες, αλλά για πράξεις που τελέστηκαν στην Ιταλία, ενώ οι ξένοι πιστωτές για πράξεις που τελέστηκαν στο εξωτερικό, οι οποίοι εξαιρούνται από το εν λόγω Ταμείο, διατηρούν το δικαίωμα να συνεχίσουν τις διαδικασίες εκτέλεσης κατά γερμανικών εμπορικών περιουσιακών στοιχείων που υπάρχουν στην Ιταλία».

Διαφορετικά, αυτό θα δημιουργούσε άνιση μεταχείριση μεταξύ των πιστωτών με ιταλική εντολή εκτέλεσης, οι οποίοι μπορούν να έχουν πρόσβαση στο Ταμείο (είτε Ιταλοί πιστωτές είτε πιστωτές για πράξεις που τελέστηκαν στην Ιταλία), και των πιστωτών με αλλοδαπή εντολή εκτέλεσης για πράξεις που τελέστηκαν στο εξωτερικό, οι οποίοι θα έβλεπαν τον τίτλο τους να στερείται οποιασδήποτε αποτελεσματικότητας χωρίς καμία μορφή αποζημίωσης.

Τέλος, εξετάζοντας τις επιπτώσεις της απόφασης, το Ανώτατο Δικαστήριο δηλώνει ότι δεν είναι ρόλος του να αξιολογήσει τις πιθανές διεθνείς επιπτώσεις αυτής της ερμηνείας· οφείλει να διασφαλίσει την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων βάσει του Συντάγματος. Οποιαδήποτε εξισορρόπηση απαιτήσεων με διεθνείς υποχρεώσεις, προσθέτει, αποτελεί αντίθετα ευθύνη της Νομοθετικής Εξουσίας.

ΟΙ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

    Δυνάμει της ειδικής σχέσης μεταξύ του άρθρου 344 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και του γενικού κανόνα του άρθρου 105 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, το δικαίωμα εκούσιας παρέμβασης στις εφέσεις υπόκειται σε αυστηρή και περιοριστική ερμηνεία που αποκλείει την επέκτασή του πέραν των περιπτώσεων που προσδιορίζονται ειδικά από την αναφορά στο άρθρο 404 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Συνεπώς, η παρέμβαση της Προεδρίας του Υπουργικού Συμβουλίου ή οποιουδήποτε άλλου δημόσιου φορέα που ενεργεί αποκλειστικά στις εφέσεις είναι απαράδεκτη, ακόμη και αν αποσκοπεί στην προβολή εξαρτώμενου δεσμευτικού συμφέροντος που σχετίζεται με την εκπλήρωση διεθνών υποχρεώσεων ή την αποτροπή της ευθύνης του Κράτους. Αυτοί οι σκοποί, ενώ συνιστούν σημαντικά δημόσια συμφέροντα, δεν συνιστούν ιδιοκτησία αυτοτελούς και ασυμβίβαστου δικαιώματος, ούτε εξουσιοδοτούν τον ερμηνευτή να παρεκκλίνει, για υποτιθέμενο λόγο Κράτους, από το σύστημα των δικονομικών αποκλεισμών που ο νομοθέτης, κατά την εξισορρόπηση των αντικρουόμενων αρχών, έχει σαφώς διαμορφώσει ως ουσιαστικά περατωμένο στην εφετειακή διαδικασία.

    Στο ισχύον σύστημα πηγών, κάθε ερμηνευτική επιλογή για τις συνήθεις διατάξεις πρέπει να είναι συνεπής και λειτουργική προς τις θεμελιώδεις αρχές που διακηρύσσονται στα δώδεκα πρώτα άρθρα του Συντάγματος, οι οποίες αποτελούν ανυπέρβλητο όριο για τον νομοθέτη και υποχρεωτική παράμετρο για τον ερμηνευτή. Συνεπώς, ο δικαστής έχει την υποχρέωση να διερευνήσει κάθε πιθανή ερμηνεία πριν θέσει ζήτημα συνταγματικής νομιμότητας, με την επιφύλαξη της αδυναμίας θυσίας του ουσιώδους περιεχομένου των απαραβίαστων δικαιωμάτων ελλείψει αναλογικής ισορροπίας που να διασφαλίζει εναλλακτική και αποτελεσματική προστασία.

    Η εγγύηση της δικαστικής προστασίας των δικαιωμάτων που κατοχυρώνεται στο Άρθρο 24 του Συντάγματος δεν περιορίζεται στην πρόσβαση σε δικαστήριο για την απόκτηση προσδιορισμού των δικαιωμάτων, αλλά περιλαμβάνει απαραίτητα τη φάση της εκτέλεσης, η οποία νοείται ως απαραίτητο εργαλείο για την εφαρμογή της δικαστικής εντολής. Συνεπώς, η λήξη ή ο αποκλεισμός εκ του νόμου των διαδικασιών εκτέλεσης, εάν δεν εξισορροπηθεί από εναλλακτική και ισοδύναμα ικανοποιητική θεραπεία, οδηγεί σε αυθαίρετη εξάλειψη του επιβαλλόμενου δικαιώματος και σε παραβίαση της αρχής της αποτελεσματικής προστασίας, υποβαθμίζοντας την καταδίκη σε μια απλή θεωρητική δήλωση στερούμενη οποιασδήποτε χρησιμότητας.

    Όσον αφορά τις αγωγές εκτέλεσης που ασκούνται στην Ιταλία κατόπιν καταδίκης για αποζημίωση για εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που προκύπτουν από την παραβίαση απαραβίαστων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η τρίτη παράγραφος του άρθρου 43 του Νομοθετικού Διατάγματος αριθ. 36 της 30ής Απριλίου 2022, που μετατράπηκε, με τροποποιήσεις, στον Νόμο αριθ. 79 της 29ης Ιουνίου 2022, στο μέρος που προβλέπει την κατάργηση των διαδικασιών εκτέλεσης που βασίζονται σε τίτλους για την εκκαθάριση ζημιών που προκύπτουν από αλλοδαπές αποφάσεις που καταδίκαζαν τη Γερμανία για αποζημίωση για ζημίες που προκλήθηκαν από τις δυνάμεις του Τρίτου Ράιχ κατά την περίοδο μεταξύ 1ης Σεπτεμβρίου 1939 και 8ης Μαΐου 1945, πρέπει να ερμηνεύεται, λόγω της μη μονοσήμαντης φύσης της γραμματικής διατύπωσής του, με συνταγματικά προσανατολισμένο τρόπο, προκειμένου να διασφαλιστεί η διασφάλιση τουλάχιστον δευτερογενούς ή αντισταθμιστικής προστασίας των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων που παραβιάζονται από την παράνομη συμπεριφορά που αποτελεί αντικείμενο της καταδίκης. Συνεπώς, η παρούσα διάταξη δεν επεκτείνεται στις διαδικασίες εκτέλεσης που κινούνται από πιστωτές που δεν έχουν δικαίωμα πρόσβασης στο ταμείο αποζημιώσεων που διέπεται από το ίδιο Άρθρο 43 και, ως εκ τούτου, σε εκείνες που κινούνται από αλλοδαπούς πιστωτές βάσει αλλοδαπού τίτλου, ο οποίος αναγνωρίζεται ως εκτελεστός στην Ιταλία, καταδικάζοντάς τους σε αποζημίωση για εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που διαπράχθηκαν στο εξωτερικό.

09-04-2026 

Δικηγορικό Γραφείο Αντονίνο Σουγκαμέλε 


Σχόλια