Ο Ντόναλντ Τραμπ και η τέχνη του “Blame Game”: Ηγεσία, τακτικισμός και διεθνείς ισορροπίες

Photo: Jim WATSON / AFP

Μπάμπης Παπασπύρος

Η πολιτική πορεία του Ντόναλντ Τραμπ έχει προκαλέσει, από την πρώτη στιγμή, έντονες αντιδράσεις, αμφισβητήσεις αλλά και έναν φανατικό πυρήνα υποστηρικτών που τον θεωρούν ως τον ηγέτη που «λέει τα πράγματα με το όνομά τους». Κατά τη διάρκεια της πρώτης του θητείας (2017-2021), απέδειξε ότι διαθέτει ένα ιδιαίτερο στυλ διακυβέρνησης, έξω από τις νόρμες της παραδοσιακής αμερικανικής πολιτικής. Μετά την ήττα του το 2020, φαίνεται ότι επιστρέφει με μεγαλύτερη εμπειρία, πιο κατασταλαγμένος και με σαφέστερο σχέδιο για την εσωτερική πολιτική των ΗΠΑ.

Ωστόσο, πίσω από τη ρητορική, τις υποσχέσεις και τις προτάσεις του, υπάρχει ένα χαρακτηριστικό στοιχείο που δεν γίνεται εύκολα αντιληπτό, αλλά επανέρχεται συνεχώς στη στρατηγική του: το λεγόμενο “blame game”. Πρόκειται για μια τεχνική απόδοσης ευθυνών που του επιτρέπει να μένει ο ίδιος ανέγγιχτος από πιθανές αποτυχίες, ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζεται ως ο ηγέτης που «έκανε το καθήκον του» αλλά "προδόθηκε" από την αφερεγγυότητα ή την αδυναμία των άλλων.

Το μοτίβο της στρατηγικής

Ο Τραμπ συνηθίζει να προσεγγίζει ξένους ηγέτες με έναν συνδυασμό κολακείας και υποσχέσεων. Δημιουργεί χώρο συνεργασίας, αφήνει να εννοηθεί ότι υπάρχει μια «μεγάλη συμφωνία» στον ορίζοντα, και προβάλλει τον εαυτό του ως τον άνθρωπο που μπορεί να φέρει λύσεις σε προβλήματα που άλλοι απέτυχαν να διαχειριστούν.

Το μοτίβο είναι χαρακτηριστικό:

  • Προσέγγιση με θετική διάθεση – Δίνει την εντύπωση καλών προθέσεων, φιλικότητας και προσωπικού ενδιαφέροντος.
  • Κολακεία και υπόσχεση ανταμοιβών – Προσφέρει οφέλη (οικονομικά, στρατηγικά, πολιτικά), αφήνοντας τον άλλον να αισθάνεται ότι έχει να κερδίσει πολλά από τη συνεργασία.
  • Αναμονή και αξιολόγηση αντιδράσεων – Περιμένει να δει πώς θα κινηθεί ο συνομιλητής του και αν θα υιοθετήσει το πλαίσιο που θέτει.
  • Αναπροσαρμογή στάσης – Αν υπάρξει σύγκρουση ή αδιέξοδο, ο Τραμπ μεταθέτει τις ευθύνες στον άλλον, παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως θύμα της αναξιοπιστίας ή της αδυναμίας του συνομιλητή του.

Αυτό το “blame game” δεν είναι απλώς μια ρητορική τακτική. Είναι ένας ολόκληρος τρόπος διαπραγμάτευσης και πολιτικής επιβίωσης, που του δίνει την ευχέρεια να βγαίνει σχεδόν πάντα «καθαρός» απέναντι στο κοινό του.

Παραδείγματα στην πράξη

1. Η υπόθεση Ζελένσκι

Η σχέση του Τραμπ με τον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι είναι ίσως από τις πιο χαρακτηριστικές εφαρμογές της στρατηγικής αυτής. Στην πρώτη τους συνάντηση, ο Τραμπ δεν δίστασε να τον φέρει σε δύσκολη θέση: η άρνηση του Ζελένσκι να υπογράψει μια συμφωνία για την εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου της Ουκρανίας οδήγησε σε έναν πρωτοφανή εξευτελισμό. Ο Ουκρανός πρόεδρος αναγκάστηκε να επιστρέψει πίσω ταπεινωμένος, για να υπογράψει τελικά τη συμφωνία υπό δυσμενέστερους όρους.

Από εκείνο το σημείο και μετά, η στάση του Τραμπ άλλαξε: εμφανίστηκε να στηρίζει τον Ζελένσκι, αλλά με τρόπο που μετατόπιζε την πίεση στον Βλαντίμιρ Πούτιν, παρουσιάζοντάς τον ως τον αδιάλλακτο παίκτη που αρνείται κάθε συμβιβασμό. Έτσι, ο Τραμπ διατήρησε την εικόνα του «ειρηνοποιού» που προσπάθησε να φέρει ισορροπία, ενώ στην πραγματικότητα είχε ήδη επιβάλει τα συμφέροντα των ΗΠΑ στην Ουκρανία.

2. Ο Ερντογάν και η ενεργειακή εξάρτηση

Η σχέση του με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είναι ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ο Τραμπ, σε δημόσιες δηλώσεις του, ζήτησε από τον Τούρκο πρόεδρο να σταματήσει να προμηθεύεται φυσικό αέριο και πετρέλαιο από τη Ρωσία. Μάλιστα, έθεσε ως αντάλλαγμα την προοπτική άρσης κυρώσεων και τη συμμετοχή της Τουρκίας σε προγράμματα εξοπλισμών όπως τα F-16 και τα F-35.

Αυτό αποτέλεσε μια δημόσια «κόκκινη γραμμή» που έδειχνε την πίεση που ασκούσε ο Λευκός Οίκος στην Άγκυρα. Ωστόσο, το τι συζητήθηκε πίσω από τις κλειστές πόρτες παραμένει άγνωστο. Το πιθανότερο είναι ότι υπήρξαν πρόσθετες δεσμεύσεις ή αιτήματα, τα οποία δεν έγιναν γνωστά για λόγους διπλωματικής διαχείρισης.

Το μοτίβο, ωστόσο, είναι σαφές: αν ο Ερντογάν δεν συμμορφωθεί, ο Τραμπ είναι έτοιμος να αντιστρέψει τη στάση του, περνώντας από την κολακεία στην κατηγορία, παρουσιάζοντάς τον ως ασυνεπή ή αναξιόπιστο ηγέτη που δεν τηρεί τις υποσχέσεις του. Έτσι, ο ίδιος παραμένει στο απυρόβλητο, εμφανιζόμενος ως ο ηγέτης που έδωσε στην Τουρκία μια «δίκαιη ευκαιρία», αλλά εκείνη την σπατάλησε.

Το πλεονέκτημα του blame game

Η τακτική αυτή έχει δύο βασικά πλεονεκτήματα για τον Τραμπ:

  • Προστατεύει την εικόνα του στο εσωτερικό – Μπορεί να ισχυριστεί ότι έκανε ό,τι ήταν δυνατόν, αλλά οι άλλοι «κλώτσησαν» την ευκαιρία. Αυτό ενισχύει το αφήγημά του ότι είναι ο μόνος «τίμιος παίκτης» απέναντι σε ένα παγκόσμιο σκηνικό γεμάτο υποκρισία.
  • Δίνει διαπραγματευτική ευελιξία – Κανείς δεν ξέρει μέχρι πού είναι διατεθειμένος να φτάσει, γιατί πάντα αφήνει περιθώριο αλλαγής στάσης. Αυτό του δίνει τη δυνατότητα να κρατά ανοιχτούς διαύλους, χωρίς να δεσμεύεται οριστικά.

Οι κίνδυνοι της στρατηγικής

Βέβαια, το blame game δεν είναι χωρίς κόστος. Αν και προσφέρει προστασία σε επίπεδο εικόνας, μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια αξιοπιστίας σε βάθος χρόνου. Οι ηγέτες που συνεργάζονται με τον Τραμπ γνωρίζουν ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να μετατραπούν από «σύμμαχοι» σε «αποδιοπομπαίοι τράγοι». Αυτό ενισχύει την καχυποψία απέναντί του και περιορίζει την πραγματική προθυμία για συνεργασία.

Επιπλέον, στο εσωτερικό μέτωπο, ενώ η τακτική αυτή συσπειρώνει τον σκληρό πυρήνα της βάσης του, δυσκολεύει την προσπάθειά του να κερδίσει πιο μετριοπαθείς ψηφοφόρους, που αναζητούν σταθερότητα και συνέπεια.

Ο Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται πράγματι πιο «βελτιωμένος» σε σχέση με την πρώτη του θητεία: γνωρίζει καλύτερα τους μηχανισμούς εξουσίας, έχει κατανοήσει πώς να ελέγχει την ατζέντα και προβάλλει πιο συγκεκριμένα σχέδια για την Αμερική. Ωστόσο, το βασικό του όπλο παραμένει το blame game – μια στρατηγική που του δίνει τη δυνατότητα να κινείται με άνεση στη διεθνή σκακιέρα, αλλά και να προστατεύει τον εαυτό του από τις συνέπειες των επιλογών του.

Είτε πρόκειται για τον Ζελένσκι, τον Πούτιν, είτε για τον Ερντογάν, ο Τραμπ χρησιμοποιεί το ίδιο μοτίβο: πίεση και εξευτελισμός, στη συνέχεια κολακεία και υπόσχεση ανταμοιβών ή αντίστροφα και τέλος μετάθεση ευθυνών. Αυτό το παιχνίδι ευθυνών μπορεί να τον βοηθά βραχυπρόθεσμα, αλλά το ερώτημα είναι αν θα αντέξει μακροπρόθεσμα σε έναν κόσμο που ζητά ολοένα και περισσότερο καθαρές δεσμεύσεις και σταθερές σχέσεις.

Σχόλια