Γερμανία: Τι αλλάζει στις διαδικασίες απέλασης...


Με στόχο τη μείωση της παράνομης μετανάστευσης, η γερμανική κυβέρνηση σχεδιάζει την αυστηροποίηση των διαδικασιών απέλασης και της σχετικής νομοθεσίας. Τι θα αλλάξει;

Η γερμανική κυβέρνηση βρίσκεται υπό πίεση. Ο αυξανόμενος αριθμός μεταναστών και προσφύγων που έρχονται στη Γερμανία - σε συνδυασμό με τον χαμηλό αριθμό απελάσεων - ανησυχεί τους ανθρώπους στη Γερμανία. Και επιπλέον, είναι ένα ζήτημα με το οποίο οι δεξιοί λαϊκιστές μπορούν να κερδίσουν πόντους.

Ο καγκελάριος Όλαφ Σολτς αντιδρά ανακοινώνοντας μία αυστηρότερη πολιτική ασύλου. «Πρέπει επιτέλους να απελάσουμε μαζικά όσους δεν έχουν δικαίωμα παραμονής στη Γερμανία», δήλωσε στο περιοδικό Spiegel, προσθέτοντας πως πρέπει να επιταχυνθούν οι διαδικασίες απέλασης, που συχνά κρατούν χρόνια. Η υπουργός Εσωτερικών Νάνσι Φέζερ τάσσεται και αυτή υπέρ της επιτάχυνσης των απελάσεων: «Όποιος δεν έχει δικαίωμα παραμονής στη Γερμανία πρέπει να εγκαταλείψει τη χώρα μας», δηλώνει.

Η Γερμανία έχει υποδεχθεί περισσότερους από ένα εκατομμύριο Ουκρανούς μετά τη ρωσική εισβολή, οι οποίοι έπρεπε κάπου να φιλοξενηθούν και τα παιδιά τους να ενταχθούν σε παιδικούς σταθμούς και σχολεία. Πέρυσι περίπου 244.000 άνθρωποι υπέβαλαν αίτηση ασύλου - φέτος μπορεί να φτάσουν τις 300.000.

Πάντως, ακόμη και εκείνοι που δεν έχουν δικαίωμα παραμονής στη χώρα, συχνά δεν μπορούν να επαναπατριστούν. Σύμφωνα με το γερμανικό Υπουργείο Εσωτερικών 12.000 άτομα είχαν επιστρέψει στις χώρες καταγωγής τους μέχρι και τον Σεπτέμβρη.

Ποιοι μπορούν να απελαθούν;

Σε συνέντευξή του στην DW ο ειδικός σε θέματα μετανάστευσης Γκέραλντ Κνάους κάνει λόγο για μια «επιθετική πολιτική απελάσεων, την οποία έχει ήδη ανακοινώσει ο κυβερνητικός συνασπισμός - ιδίως για άτομα που έχουν διαπράξει αδικήματα ή θεωρούνται επικίνδυνα».

Το ίδιο ισχύει και για όσους δεν κατέθεσαν αίτηση ασύλου ή κατέθεσαν, αλλά αυτή απορρίφθηκε. Σύμφωνα με το Υπουργείο Εσωτερικών, κατά τα τέλη Σεπτεμβρίου υπήρχαν στη Γερμανία περίπου 255.000 άτομα που υποχρεούνται να εγκαταλείψουν τη χώρα. Ωστόσο, περίπου 205.000 από αυτούς δεν μπορούν να απελαθούν για νομικούς λόγους: είτε επειδή οι χώρες από τις οποίες προέρχονται δεν είναι ασφαλείς ή αρνούνται να τους δεχθούν πίσω, είτε επειδή οι ίδιοι είναι ασθενείς, δεν έχουν καθόλου έγγραφα ή έχουν ήδη ξεκινήσει την επαγγελματική τους κατάρτιση.

Κατά τον Κνάους είναι αμφίβολο το εάν οι γερμανικές αρχές θα απελάσουν πολλούς από αυτούς τους ανθρώπους: «Η ιδέα ότι θα απελαθούν από τη Γερμανία άνθρωποι που σε ορισμένες περιπτώσεις βρίσκονται εδώ για χρόνια είναι απατηλή».

Τι θα αλλάξει στη διαδικασία απελάσεων;

Το σχέδιο νόμου της υπουργού Εσωτερικών Φέζερ προβλέπει περισσότερες εξουσίες για τις αρχές και την αστυνομία, οι οποίες καλούνται να επιβάλλουν τις απελάσεις. Πλέον οι απελάσεις δεν θα χρειάζεται να ανακοινώνονται, ενώ οι αστυνομικοί θα μπορούν να εισέλθουν και σε άλλους χώρους εκτός αυτών όπου βρίσκονται οι προς απέλαση, λόγω του ότι, σύμφωνα με τις αρχές, πολλοί κρύβονται επανειλημμένως σε συλλογικά καταλύματα.

Επιπλέον, οι αλλοδαποί που είναι υποχρεωμένοι να εγκαταλείψουν τη χώρα θα μπορούν να κρατηθούν έως και 28 ημέρες στους ειδικούς χώρους κράτησης εν αναμονή της απέλασής τους. Εάν κάποιος δεν μπορεί να επιδείξει το διαβατήριό του, οι αρμόδιες αρχές θα μπορούν επίσης να ερευνήσουν τυχόν κινητά τηλέφωνα ή αποσκευές προκειμένου να διαπιστώσουν την ταυτότητα του.

Ποιες είναι οι αντιδράσεις;

Οργανώσεις για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως η Pro Asyl, χαρακτηρίζουν την κράτηση ως απάνθρωπη, τονίζοντας ακόμη ότι πολλοί κρατούμενοι συχνά αυτοτραυματίζονται ή και αυτοκτονούν σε χώρους κράτησης περιμένοντας την απέλασή τους. Η οργάνωση για την προστασία των παιδιών Terre des Hommes εκφράζει την ανησυχία πως «η σχεδιαζόμενη αυστηροποίηση της νομοθεσίας θα κάνει τα παιδιά και τους νέους να ζουν με το μόνιμο άγχος της απέλασης».

Επικριτικά σχόλια εκφράζονται πάντως και στις τάξεις της ίδιας της κυβέρνησης συνασπισμού, όπου ορισμένοι κρίνουν τα σχέδια αυστηροποίησης ως εν μέρει υπερβολικά και απάνθρωπα. Για το συντηρητικό CDU/CSU, από την άλλη πλευρά, το σχέδιο είναι ανεπαρκές και ζητά τη λήψη περισσότερων και ακόμη αυστηρότερων μέτρων ενάντια στην παράνομη μετανάστευση. Με το νομοσχέδιο της κυβέρνησης να κατατίθεται τώρα στο κοινοβούλιο, το βέβαιο είναι πως θα τροποποιηθεί.

Θα δέχονται τους απελαθέντες οι χώρες καταγωγής;

Ο Γκέραλντ Κνάους εκτιμά πως τα σχεδιαζόμενα μέτρα έχουν κατ' αρχήν νόημα, επισημαίνει ωστόσο πως «πολύ πιο σημαντικές είναι οι συμφωνίες για τη μετανάστευση, η συνεργασία δηλαδή με τα κράτη που θα δέχονται πίσω τους απελαθέντες πολίτες τους».

Ο καγκελάριος Σολτς ανακοίνωσε πως πρόκειται να συναφθούν συμφωνίες με αυτά τα κράτη και είναι γνωστό ότι η γερμανική κυβέρνηση διαπραγματεύεται ήδη με τη Γεωργία, τη Μολδαβία, την Κένυα, το Ουζμπεκιστάν και το Κιργιστάν.

Την ίδια στιγμή όμως υπάρχουν και κράτη που δεν δέχονται πίσω τους απελαθέντες. Ο Κνάους αναφέρει ως χαρακτηριστικά παραδείγματα προηγούμενων ετών ορισμένες χώρες της Αφρικής, όπως τη Νιγηρία και τη Ζάμπια, χώρες από τις οποίες η Γερμανία δέχθηκε πολλούς ανθρώπους, στους οποίους τελικά δεν χορηγήθηκε άσυλο και ταυτοχρόνως αυτοί δεν γίνονταν ξανά δεκτοί πίσω. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση του Ιράκ.

Γι΄αυτό η αυστηροποίηση του κανονιστικού πλαισίου για τις απελάσεις αποτελεί μόνο ένα πρώτο βήμα, το οποίο είναι και ελάχιστα αποτρεπτικό. «Στοχεύουμε στη μείωση της παράτυπης μετανάστευσης προς τη Γερμανία;», διερωτάται ο Κνάους. «Σε αυτήν την περίπτωση, έχει κανείς πολλούς λόγους να αμφιβάλλει πως θα το πετύχουμε».

Επιμέλεια: Γιώργος Πασσάς

 https://p.dw.com/p/4Y0eK

Σχόλια