Σαν σήμερα έφυγε ο Στράτης Μυριβήλης.. Ο κορυφαίος των κορυφαίων


Ο Στράτης Μυριβήλης (πραγματικό ονοματεπώνυμο: Ευστράτιος Σταματόπουλος, 30 Ιουνίου 1890 – 19 Ιουλίου 1969) ήταν Έλληνας συγγραφέας, από τους σημαντικότερους πεζογράφους της Γενιάς του ’30.

Φωτογραφία από: https://stratis-myrivilis.weebly.com/index.html

Ο Στράτης Μυριβήλης γεννήθηκε στο ορεινό χωριό Συκαμιά στην υπόδουλη ακόμα στους Οθωμανούς Λέσβο, στις 30 Ιουνίου του 1890 και ήταν το μεγαλύτερο από τα συνολικά πέντε παιδιά του εμπόρου Χαράλαμπου Σταματόπουλου και της Ασπασίας Γεωργιάδη. Τα υπόλοιπα ήταν ο Κίμωνας, η Μαρία, η Ουρανία και η Ελένη. Ο πατέρας του, έμπορος στη νεότητά του, κατείχε και το αξίωμα του δημογέροντα του χωριού ενώ η μητέρα του προερχόταν απο οικογένεια πνευματικών ανθρώπων. Τα αδέρφια της μάλιστα, ήταν πτυχιούχοι ελληνικών και ξένων πανεπιστημίων.

Τελειώνοντας την πρωτοβάθμια εκπαίδευση στην αστική σχολή Συκαμιάς (έτσι ονομάζονταν τότε τα δημοτικά σχολεία τα οποία λειτουργούσε και επόπτευε η Ελληνο-ορθόδοξη κοινότητα του νησιού) το 1903, συνέχισε στην πρώτη τάξη του Γυμνασίου της Μυτιλήνης. Το 1905 διέκοψε τη φοίτησή του και στις αρχές του σχολικού έτους 1905-1906 γράφτηκε και φοίτησε στην τέταρτη τάξη του Γυμνασίου των Κυδωνιών. Το 1908, ξαναγύρισε για να φοιτήσει και πάλι στο Γυμνάσιο της Μυτιλήνης από όπου τελικά αποφοίτησε το 1909 με βαθμό απολυτηρίου 8,84.

Το 1910 εργάστηκε σαν δάσκαλος στο αλληλοδιδακτικό δημοτικό σχολείο του Μανταμάδου, χρονιά κατά την οποία έκανε και την πρώτη του εμφάνιση στα γράμματα. Δημοσίευε συχνά κείμενά του στο περιοδικό Νεότης της Σμύρνης, κυρίως μικρά λυρικά πεζά και ποιήματα. Το 1911 βραβεύτηκε σε έναν διαγωνισμό διηγήματος που οργάνωσε το περιοδικό, για το διήγημά του Άσπρο Στεφάνι. Σε αυτόν τον διαγωνισμό υπέγραψε για πρώτη φορά με το επώνυμο Μυριβήλης -η ονομασία της πλαγιάς του βουνού πάνω από το πατρικό του σπίτι- ένα επώνυμο που κράτησε για πάντα.

Το 1912 αποφάσισε να συνεχίσει για ανώτατες σπουδές στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου παρακολούθησε μαθήματα στη Φιλοσοφική και τη Νομική σχολή, ενώ ταυτόχρονα εργαζόταν για τα προς το ζην ως συντάκτης στην εφημερίδα Πατρίς. Ωστόσο, τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους κατατάχθηκε εθελοντικά στο στρατό και πήρε μέρος στους Βαλκανικούς πολέμους, όπου και τραυματίστηκε σοβαρά στο πόδι από δύο σφαίρες στη μάχη Κιλκίς-Λαχανά.

Με την επιστροφή του από τον πόλεμο, και αφού τιμήθηκε με το Μετάλλιο Βαλκανικών πολέμων επέστρεψε για μόνιμη εγκατάσταση στη Μυτιλήνη. Συνεργάστηκε με την τοπική εφημερίδα Σάλπιγγα, κρατώντας την καθημερινή στήλη του χρονογραφήματος. Το 1915 εκδόθηκε το πρώτο βιβλίο του, η συλλογή διηγημάτων Κόκκινες Ιστορίες.

Το 1916 συμμετείχε στην έκδοση της εφημερίδας Ελεύθερος Λόγος, όργανο του κόμματος των Φιλελευθέρων, όντας ένθερμος οπαδός του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου κατατάχθηκε στο 4ο Σύνταγμα Αρχιπελάγους με το βαθμό του δεκανέα και πολέμησε στο μακεδονικό μέτωπο συμμετέχοντας στην πολεμική επιχείρηση της προκάλυψης του Μοναστηρίου. Από αυτήν την εμπειρία του στα χαρακώματα προέκυψε το πασίγνωστο βιβλίο του Η ζωή εν τάφω.

Κατά τη Μικρασιατική εκστρατεία υπηρέτησε ως λοχίας στο Β’ νοσοκομείο διακομιδής στο Εσκισεχίρ. Στις 28 Ιουνίου του 1920 παντρεύτηκε στο Εσκισεχίρ, την Ελένη Δημητρίου, από το Δεκελί της Μικράς Ασίας, ενώ την ίδια περίοδο γεννήθηκε και η πρώτη του κόρη, η Χάρις. Αργότερα απέκτησε άλλα δύο παιδιά, τον Λάμπη και τη Δροσούλα.

Με την εκκένωση της Μικράς Ασίας από τα ελληνικά στρατεύματα βρέθηκε για λίγους μήνες πρόσφυγας στη Θράκη και από κει επέστρεψε για να εγκατασταθεί μόνιμα στη Λέσβο μέχρι και το 1932. Αποστρατεύτηκε στις 10 Οκτωβρίου του 1922 με το βαθμό του ανθυπολοχαγού και παρασημοφορημένος με το ελληνοτουρκικό και ελληνοβουλγαρικό μετάλλιο της Νίκης.

Το 1923 εξέδωσε την πρώτη δική του εφημερίδα, την Καμπάνα, όπου πρωτοδημοσιεύτηκε σε συνέχειες «Η Ζωή εν τάφω» (από τις 10 Απριλίου του 1923 έως τις 29 Ιανουαρίου του 1924 σε 42 συνέχειες) η οποία εκδόθηκε σχεδόν αμέσως σε βιβλίο. Το 1925 σταμάτησε την έκδοση της Καμπάνας για να συνεκδώσει μαζί με τον Μυτιληνιό λόγιο Θείελπι Λευκία τη δεύτερη εφημερίδα του, τον Ταχυδρόμο -εφημερίδα που υποστήριζε τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου και το Εργατικό κόμμα του.

Το Δεκέμβριο του 1931, ύστερα από την επιτυχία και την ενθουσιώδη υποδοχή της δεύτερης έκδοσης της Ζωής εν τάφω, ο συγγραφέας αρχίζει να γράφει στη Μυτιλήνη το μυθιστόρημα Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια κατά παραγγελία της Καθημερινής, όπου και δημοσιεύτηκε από τις 20 Δεκεμβρίου του 1931 ως τις 6 Μαΐου του 1932. Σε βιβλίο εκδόθηκε το 1934.

Το 1932 έφυγε από τη Μυτιλήνη μαζί με την οικογένειά του για μόνιμη εγκατάσταση στην Αθήνα και αφού είχε πάρει την θέση του διευθυντή και αρχισυντάκτη στην εφημερίδα Δημοκρατία, την οποία απόφασισε να εκδώσει το κόμμα του Παπαναστασίου.

Από το καλοκαίρι του 1933, και αφού έφυγε από τη Δημοκρατία, άρχισε τη συνεργασία του με την εφημερίδα Πρωία, συνεργασία η οποία κράτησε ως το 1936. Στην εφημερίδα κράτησε τη στήλη του καθημερινού χρονογραφήματος καθώς και τη στήλη «Διηγήματα της Κυριακής» στην οποία δημοσίευσε πάνω απο 40 διηγήματα, τα περισσότερα εκ των οποίων αποτέλεσαν τα περιεχόμενα του Πράσινου και του Γαλάζιου βιβλίου.

Από το 1936 και για τα επόμενα 3 χρόνια συνεργάστηκε με την σαφέστατα δεξιά εφημερίδα Η Εθνική. Την ίδια χρονιά, ενστερνίστηκε τις απόψεις και την πολιτική του Ιωάννη Μεταξά και έγινε φανατικός υπέρμαχος του καθεστώτος. Μετά τον εμφύλιο πόλεμο θεωρήθηκε λάβρος αντικομμουνιστής.

Το 1936 είχε γίνει τακτικό μέλος της ΕΣΗΕΑ ενώ το 1938 και για καθαρά βιοποριστικούς λόγους διορίστηκε βιβλιοφύλακας στη Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, με το μισθό και το βαθμό τμηματάρχη β’ τάξεως. Από τη θέση αυτή απολύθηκε το 1955 σε ηλικία 65 χρονών με το βαθμό του διευθυντή Α’ τάξεως, έχοντας συμπληρώσει το όριο ηλικίας.

Τον Απρίλιο του 1940 τιμήθηκε με το Κρατικό βραβείο για τη συλλογή διηγημάτων του Το Γαλάζιο Βιβλίο ενώ κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 προσυπέγραψε μαζί με άλλους Έλληνες λογίους την Έκκληση των Ελλήνων Διανοουμένων προς τους Διανοούμενους ολόκληρου του Κόσμου με την οποία αφενός μεν καυτηριαζόταν η κακόβουλη ιταλική επίθεση, αφετέρου δε, διέγειρε την παγκόσμια κοινή γνώμη σε επανάσταση συνειδήσεων για κοινό νέο πνευματικό Μαραθώνα.

Συνεργάστηκε με πάρα πολλές εφημερίδες όπως η Καθημερινή, η Ακρόπολις, η Απογευματινή, το Ελεύθερο Βήμα, η Ελευθερία και περιοδικά όπως ο Θεατής, η Νέα Εστία, η Ελληνική Δημιουργία, ο Ακρίτας, τα Στρατιωτικά Νέα, ενώ εξέδωσε και το βραχύβιο περιοδικό Καλλιτεχνική Ελλάδα. Επίσης έγραψε και εκφώνησε κείμενα για τις ραδιοφωνικές του εκπομπές όπως «Το χρονικόν της εβδομάδος», «Μιλάμε για την Τέχνη», «Το Λογοτεχνικό Τέταρτο».

Εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών το 1958 (μετά από 6 υποψηφιότητες που απορρίφθηκαν), υπήρξε ιδρυτικό μέλος, πρόεδρος και αντιπρόεδρος της «Εθνικής Εταιρείας των Λογοτεχνών της Ελλάδος», ιδρυτικό μέλος, αντιπρόεδρος και πρόεδρος της «Ελληνικής Εταιρείας Λογοτεχνών» και τιμητικό μέλος του «Διεθνούς Ινστιτούτου Γραμμάτων και Τεχνών». Είχε ακόμα προταθεί από την «Εθνική Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών» ως υποψήφιος για το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας του 1963.

Το 1959 του απονεμήθηκε ο Σταυρός του Ταξιάρχη του Βασιλικού Τάγματος του Γεωργίου Α΄.

Πέθανε από βρογχοπνευμονία στο νοσοκομείο του Ευαγγελισμού στις 19 Ιουλίου του 1969, από το 1962 καθηλωμένος στο κρεβάτι από καρκίνο που τον οδήγησε σε φυσικό και πνευματικό μαρασμό. «Ο θεός δεν τον λυπήθηκε», έγραψε χαρακτηριστικά ο Ηλίας Βενέζης στο περιοδικό Νέα Εστία.

Κριτική

Η γενιά που γαλουχήθηκε με τους αγώνες του Ψυχάρη για την ελληνική γλώσσα, παρακολούθησε την αναγέννηση του ελληνικού έθνους με τους βαλκανικούς πολέμους και έζησε τη συντριβή της μεγάλης ιδέας με τη μικρασιατική καταστροφή. Ο Στράτης Μυριβήλης έδειξε από τα πρώτα του έργα το σύνδεσμό του με την παράδοση, από την οποία δεν αποσπάστηκε ποτέ.

Συγγραφέας, δημοσιογράφος -ζούσε κυρίως από τη δημοσιογραφία- χρονογράφος, από τα πιο ζωηρά και μαχητικά πνεύματα της γενιάς του, βρέθηκε σε συνεχή επαφή με τα σύγχρονά του γεγονότα, έχοντας πάντα στο νου του τον αναγνώστη. Σε αυτή τη ζωντανή του επαφή οφείλονται κατά κύριο λόγο η ενασχόλησή του με την τρέχουσα θεματολογία και η χρησιμοποίηση γλώσσας, που κυμάνθηκε ανάμεσα στην καθαρή δημοτική και στη δημοσιογραφική μικτή.

Ο λόγος του πυρετικός, διατηρούσε τη ζεστασιά και τον τόνο της προφορικής ομιλίας, πλούσιος σε εικόνες, με άφθονα λυρικά στοιχεία. Η γραφή του πληθωρική και ερεθιστική, ταλαντεύτηκε κάποτε ανάμεσα στον ρεαλισμό και τον τρυφερό φυσιολατρικό λυρισμό.

Το έργο του, «νησίδα γραφικής επαρχιακής ζωής μέσα στην αστοκρατούμενη πεζογραφία της γενιάς του Τριάντα» όπως έχει επισημανθεί.

Για την εργογραφία του συνέχεια ΕΔΩ

Εποχές και συγγραφείς: Στρατής Μυριβήλης

Το πορτρέτο ενός από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της Γενιάς του ’30 και της ευρωπαϊκής αντιπολεμικής λογοτεχνίας, του ΣΤΡΑΤΗ ΜΥΡΙΒΗΛΗ (ΣΥΚΑΜΙΝΙΑ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ, 1890-ΑΘΗΝΑ, 1969), στην τοιχογραφία της ελληνικής περιπέτειας της ΕΛΛΑΔΑΣ του 20ού αιώνα φιλοτεχνείται στο επεισόδιο της σειράς «ΕΠΟΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ».

Ψευδώνυμο του ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΥ, έλαβε τα πρώτα γράμματα στη γενέτειρά του και στις ΚΥΔΩΝΙΕΣ, για να καταλήξει στην ΑΘΗΝΑ για σπουδές φιλολογίας και νομικής. Στρατεύεται εθελοντικά στο μέτωπο των Βαλκανικών Πολέμων το 1912, τραυματίζεται στη μάχη του ΚΙΛΚΙΣ (1913), υποστηρίζει τον ΕΛΕΥΘΕΡΙΟ ΒΕΝΙΖΕΛΟ, συνδέεται με τον ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Στη ΛΕΣΒΟ επιστρέφει μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και το 1932 μετοικίζει στην ΑΘΗΝΑ και συνεργάζεται με τον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο της εποχής.

Παρακαταθήκη στη νεοελληνική γραμματεία θα αφήσει τα πολυαναγνωσμένα και πάντα επίκαιρα τα μυθιστορήματά του, μεταξύ άλλων, «Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ» (1924 και 1930), «Η ΔΑΣΚΑΛΑ ΜΕ ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΜΑΤΙΑ» (1931), «Ο ΒΑΣΙΛΗΣ Ο ΑΡΒΑΝΙΤΗΣ» (1943) και «Η ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΓΟΡΓΟΝΑ» (1949), στα οποία σαρκάζει το παράλογο του πολέμου, ηθογραφεί την τοπική κοινωνία και ψυχογραφεί με ευαισθησία τους ήρωές του. Θα ζήσει έντονα την «επική», όπως την χαρακτηρίζει, για την ιστορία της ανθρωπότητας εποχή των τριών δεκαετιών του 20ού αιώνα, την οποία παρακολουθούμε μέσα από την κινηματογράφηση των σημαντικότερων στιγμών της.

.

Σχόλια