Σύγχρονες αντιθέσεις δεξιάς και αριστεράς



Μαυροζαχαράκης Εμμανουήλ

Πολιτικός Επιστήμονας –Κοινωνιολόγος


Η οικονομική κρίση έφερε στο, επίκεντρο της δημόσιας αντιπαράθεσης   την  αντίθεση μεταξύ δημοσιονομικού αυταρχισμού και διατήρησης κοινωνικών κεκτημένων ως κυρίαρχη γραμμή  διαμάχης  μεταξύ δεξιάς και  αριστεράς. Μια διαμάχη χωρίς  σαφείς διαχωριστικές γραμμές αλλά γεμάτη με ακαθόριστες και ασαφής αφηγήσεις καθώς και πολυποίκιλους αφορισμούς.


Ποτέ άλλοτε δεν ανέκυψε τόσο ζωτικά  

το ερώτημα  γύρω από τα  ουσιαστικά περιεχόμενα της   διαμάχης μεταξύ  αριστεράς και δεξιάς.   

Ιστορικά η εν λόγω  διάκριση παραπέμπει  στην καθιστική  διάταξη  της γαλλικής Βουλής των αντιπροσώπων του 1814.   Στα δεξιά  από την οπτική γωνία του προέδρου της βουλής,  καθόταν τα πιστά στον βασιλιά πολιτικά κόμματα που μάχονταν υπέρ της διατήρησης της υπάρχουσας  τάξης πολιτικοκοινωνικών  σχέσεων. Στα αριστερά αντιθέτως καθόταν τα κόμματα που διεκδικούσαν την αλλαγή των πολιτικοκοινωνικών συνθηκών .

Η σημερινή χρήση των όρων προκαλεί ενίοτε μεγάλη σύγχυση.

Βλέπουμε  πολλά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα να αυτοαποκαλούνται ως αριστερά ενώ την ίδια στιγμή τους αποδίδεται ο τίτλος της «δεξιάς η συνθηκολογημένης σοσιαλδημοκρατίας».

Στον  φιλελεύθερο χώρο υπάρχει η διάκριση μεταξύ φιλελεύθερων αριστερών και δεξιών νεοφιλελεύθερων.

 Ταυτόχρονα παρατηρείται μια συνεχή επέκταση του ακροδεξιού πεδίου με  φασιστικό υπόβαθρο ενώ η ύπαρξη φασιστικών   τάσεων[1]   και η αλόγιστη ρητορική  χρήση της βίας[2] έχει καταγγελθεί και για την αριστερά,  πχ. από τον  διάσημο φιλόσοφο Jürgen  Habermas.  

Εκ της ασάφειας των διαχωριστικών γραμμών αναφύεται ένα ζήτημα προσδιοριστικών πολιτικών αξιών.

Ειδικότερα στο ζωτικό οικονομικό πεδίο η  καθηγήτρια κοινής γνώμης  NoelleNeuman[3]  διακρίνει  ως αριστερές αξίες την επιμονή στον κρατικό προγραμματισμό και τον δημόσιο έλεγχο ενώ στο  δεξιό αξιακό υπόβαθρο την επιμονή στην ιδιωτική οικονομία και τον ανταγωνισμό.  

Η αριστερά αντιλαμβάνεται την έννοια της ελευθερίας  ως απελευθέρωση από την ένδεια  εκφράζοντας την  απαίτηση απέναντι στην πολιτεία για κοινωνική προστασία και αλληλεγγύη προς  τους αδύναμους.

Η δεξιά αντιθέτως προσεγγίζει  την ελευθερία πρωτίστως ως απελευθέρωση από τον κρατικό παρεμβατισμό και εξαναγκασμό εκτιμώντας ανυπέρβλητα κάθε οικονομική ανάληψη ρίσκου.     

Η εποχή της κρίσης αντέστρεψε ωστόσο τα αξιακά πρόσημα από την στιγμή που το κράτος χρησιμοποιήθηκε από τις κυρίαρχες νεοσυντηρητικές δυνάμεις ως κύριος μοχλός για την συμπίεση των κοινωνιών και ουσιαστικά για την διεκπεραίωση μιας νέας αναδιανομής από κάτω προς τα πάνω. 

Η προβληματική εμμονή  στον μονεταρισμό κυρίως από την Γερμανία ανέδειξε το ζήτημα της δημοσιονομικής ισορροπίας και των  πλεονασμάτων ειδικότερα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών σε κυρίαρχη υποχρέωση των ευρωπαϊκών κρατών και οι αντίστοιχες κρατικές παρεμβάσεις επισφραγίστηκαν επισήμως ως θεμιτές. Από την άλλη πλευρά  ανατράπηκαν με κάθε τρόπο οι κεντροαριστερές μορφές λειτουργίας του κράτους  αντίστοιχες στην  τόνωση των οικονομιών μέσα από ενέσεις ρευστότητας ,   δημόσιες επενδύσεις και την διατήρηση κοινωνικών κατακτήσεων.

Αυτό συνέβη διότι η  λογική της χαλάρωσης και των δημοσίων δαπανών   προσκρούει  άμεσα στα συμφέροντα της Γερμανίας που  επιδιώκει και διαθέτει υψηλό πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, προτάσσοντας  υπερβολικά στην επίτευξη αποταμιεύσεων παρά την  επιδίωξη επενδύσεων.

Φυσικά δεν είναι  μεμπτό ,  ένα κράτος να επιδιώκει πλεονάσματα  στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών του - δηλαδή στο διασυνοριακό εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών. Σε τελική ανάλυση τα πλεονάσματα αυτά καταγράφουν την ανταγωνιστικότητα μιας χώρας.  

Ομοίως  η επιδίωξη υψηλών ποσοστών  αποταμιεύσεων  θεωρείται ενάρετη συμπεριφορά. Αυτός που αποταμιεύει δρα προληπτικά για το μέλλον και δημιουργεί αποθέματα για δύσκολους καιρούς.

Το επιχείρημα αυτό ωστόσο αγνοεί την θεμελιώδη διάκριση,  ότι το ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών μιας  χώρας διαφέρει από το ποσοστό αποταμίευσης μιας  οικονομίας στο σύνολό της , δηλαδή το εθνικό ποσοστό αποταμίευσης.

Στο τελευταίο  συμπεριλαμβάνονται μαζί   με τα νοικοκυριά και οι  επιχειρήσεις και οι κρατικοί θεσμοί.                                  

Ένα  υψηλό ποσοστό εθνικής αποταμίευσης σημαίνει   ότι μια οικονομία παράγει  στο εσωτερικό πολύ περισσότερο από ότι καταναλώνει. 

Το  εθνικό ποσοστό αποταμίευσης προκύπτει  εάν αφαιρέσουμε  από την  εγχώρια παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών (δηλαδή, το  ΑΕΠ)   την  εγχώρια κατανάλωση.

Συνεπώς, το υψηλό ποσοστό εθνικής αποταμίευσης από μόνο του δεν δημιουργεί ευημερία πάρα μόνο αν οι υπάρχουσες αποταμιεύσεις  ρέουν  σε παραγωγικές επενδύσεις. Μόνο τότε  μια  οικονομία αναθερμαίνεται δομικά και αυξάνεται  η  ευημερία.

Εάν όμως οι εγχώριες επενδύσεις είναι σημαντικά χαμηλότερες από τις εγχώριες αποταμιεύσεις, η πλεονασματική παραγωγή και  αντίστοιχα, οι πλεονάζουσες αποταμιεύσεις  απλά εξάγονται στο εξωτερικό.

Τα πλεονάσματα εξαγωγών που τιμολογούνται σε ξένο νόμισμα, έχουν  ως αποτέλεσμα συναλλαγματικά έσοδα και κέρδη  τα οποία είτε ανταλλάσσονται σε τοπικό νόμισμα είτε  επενδύονται  στο εξωτερικό. Οι περισσότεροι επενδύουν τα κέρδη αυτά στην αγορά ξένων περιουσιακών στοιχείων . Ε ξ ου  ο Warren Buffet κάποτε  εξέφρασε τους φόβους του  για το  ξεπούλημα των ΗΠΑ .

Εν κατακλείδι , ένα  υψηλό πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών είναι εξίσου σημάδι δραστικής  ανισορροπίας στην οικονομία όπως ένα μεγάλο έλλειμμα.

Τα  παραπάνω καθιστούν  σαφές ότι  ένα  βασικό πρόβλημα της τρέχουσας κρίσης στη ζώνη του ευρώ είναι η  χαώδη  αναντιστοιχία μεταξύ του εθνικού ποσοστού αποταμίευσης και των  εγχώριων επενδύσεων που παρουσιάζει  η Γερμανία. Αυτό φαίνεται  από το γεγονός ότι  η  Γερμανία,  διαθέτει το μεγαλύτερο πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών στον  κόσμο.

Με το  πλεόνασμα  αποταμιεύσεων  επιβαρύνονται οι άλλες χώρες της ευρωζώνης, συμπεριλαμβανομένης της Γαλλίας και της Ιταλίας.

Η  περιορισμένη εσωτερική ζήτηση στην Γερμανία που ανάγεται  στη σημαντική αύξηση του βαθμού αποταμίευσης σε συνδυασμό με την  αύξηση της ζήτησης για γερμανικά προϊόντα από τις αναπτυσσόμενες χώρες αλλά και τις χώρες της Νοτίου Ευρώπης από τα τέλη της δεκαετίας του 1990, σύμφωνα με μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αναδεικνύουν την Γερμανία  σε μεγάλο κερδισμένο της ευρωπαϊκής ενοποίησης 

Εντούτοις όπως εύστοχα τονίζει ο Adam Tooze  « η  οικονομική θέση της Γερμανίας είναι απλά μη βιώσιμη. Κατά πρώτον, ένα μεγάλο μέρος του εμπορικού πλεονάσματός της έχει επιτευχθεί εις βάρος των αντίστοιχων ελλειμμάτων τρεχουσών συναλλαγών των ευρωπαϊκών χωρών που βρίσκονται σε κρίση. Ταυτόχρονα, αυτό το υπερμέγεθες πλεόνασμα πηγαίνει χέρι-χέρι με μεγάλες ανισορροπίες στο εσωτερικό της οικονομίας της Γερμανίας. Οι γερμανικές επιχειρήσεις έχουν επενδύσει τα κέρδη τους στο εξωτερικό, βοηθώντας τη χρηματοδότηση ξένων εισαγωγών. Εν τω μεταξύ, καθώς τα γερμανικά χρήματα έχουν διαρρεύσει από τη χώρα, οι εγχώριες επενδύσεις έχουν ατονήσει σε άνευ προηγουμένου χαμηλά επίπεδα»[4].

Μια σύγχρονη αριστερή πολιτική επομένως  δεν αντιτίθεται στην δεξιά πολιτική μόνο στην προάσπιση κοινωνικών κεκτημένων και στο ζήτημα της αναδιανομής αλλά οφείλει να θέσει στο επίκεντρο το ζήτημα της ρευστότητας και της αύξησης των επενδύσεων ειδικότερα σε τομείς που προσφέρουν  σταθερή και ποιοτική απασχόληση . Αυτό είναι εφικτό μέσα από φορολογικά και άλλα  κίνητρα για  εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην  καινοτομία και σε νέους παραγωγικούς τομείς. Παράλληλα χρειάζεται μια πολιτική τόνωσης της κατανάλωσης και μέσω αυτής, τόνωση της απασχόλησης. Δόκιμο σε αυτή την κατεύθυνση είναι η μείωση των έμμεσων φόρων και ειδικότερα του ΦΠΑ  Επίσης θα μπορούσαν  να μειωθούν οι φόροι  για τις οικογένειες με χαμηλό και μέτριο εισόδημα ( αυτές οι οικογένειες χρησιμοποιούν στο  διαθέσιμο εισόδημα τους σχεδόν πλήρως στην κατανάλωση).

 Όλα αυτά τα μέτρα  αυξάνουν  την εγχώρια κατανάλωση, μειώνοντας το εθνικό ποσοστό αποταμίευσης και  το πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών.

Κανένα από αυτά τα μέτρα δεν θίγει την ανταγωνιστικότητα   του  εξαγωγικού  τομέα  των οικονομιών.  

Προαπαιτείται   ωστόσο η παραδοχή ότι τα πλεονάσματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών δεν είναι πρωτίστως  ένα σημάδι ισχύος , αλλά και  σημάδι  ανισορροπιών για την ευρωπαϊκή  οικονομία.






[1] Thurich, Eckart: pocket politik. Demokratie in Deutschland. überarb. Neuaufl. Bonn: Bundeszentrale für politische Bildung 2011 .


[2] Jürgen Habermas: "Protestbewegung und Hochschulreform". Suhrkamp Verlag;.  



[4] Adam ToozeΗ ανάπτυξη της Γερμανίας είναι μη βιώσιμη


Λιτότητα τώρα, στασιμότητα στη συνέχεια

http://foreignaffairs.gr/articles/69045/adam-tooze/i-anaptyksi-tis-germanias-einai-mi-biosimi

Σχόλια