Λάθος ο δρόμος των κυρώσεων…Ο πρώην επίτροπος για τη Διεύρυνση της ΕΕ Γκ. Φερχόιγκεν θεωρεί ότι η Ευρώπη θα έπρεπε να είχε αναζητήσει εγκαίρως το διάλογο με τη Μόσχα, λαμβάνοντας υπόψη της τα ρωσικά συμφέροντα στην περιοχή της Κριμαίας.
Ο Γκίντερ Φερχόιγκεν υπογράμμισε σε συνέντευξή του στη γερμανική ραδιοφωνία DLF ότι οι δυτικές απόπειρες να προσεγγίσουν το ρώσο πρόεδρο Πούτιν έγιναν αφού η κρίση στην Ουκρανία
είχε φτάσει ήδη στο απόγειό της. Όπως εξηγεί: «Πιστεύω ότι ένα από τα λάθη έγκειται στο ότι η ΕΕ ανέπτυξε μία πολιτική έναντι της Ουκρανίας και άλλων χωρών της περιοχής, η οποία (σ.σ. πολιτική) κατανοήθηκε από αυτές τις χώρες ως δρόμος προς την ΕΕ. Ωστόσο δεν συζήτησε καθόλου επ’ αυτού με το μεγαλύτερο και σημαντικότερο γείτονα. Κατανοώ το γεγονός ότι οι Ρώσοι πιστεύουν ότι αυτό πρέπει να συζητηθεί».
Σύμφωνα με τον κ. Φερχόιγκεν, όλα αυτά δεν δικαιολογούν τη στάση που τηρεί το Κρεμλίνο στο θέμα της Ουκρανίας και της Κριμαίας, ωστόσο ο ίδιος δεν παραλείπει να υπογραμμίσει ότι οι ευρωπαϊκές αξίες υπαγορεύουν την αναγκαιότητα να αποφασίσουν οι ίδιοι οι Ουκρανοί για τον προσανατολισμό της χώρας τους, χωρίς τις υποδείξεις των Βρυξελλών. Ο Γκίντερ Φερχόιγκεν στηρίζει το επιχείρημά του, παραπέμποντας στο παράδειγμα των βαλτικών κρατών -άλλοτε τμήμα της πρώην Σοβιετικής Ένωσης- που αποτελούν σήμερα χώρες μέλη της ΕΕ. Ο πρώην επίτροπος αναφέρεται στον εντατικό διάλογο που προηγήθηκε μεταξύ ΕΕ και Ρωσίας για το μέλλον της Λετονίας, της Εσθονίας και της Λιθουανίας, καθώς και τα ζητήματα που ανέκυψαν με αφορμή το νέο προσανατολισμό των συγκεκριμένων χωρών.
Ο πρώην επίτροπος δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο νέο συσχετισμό δυνάμεων στο Κίεβο: «Αυτό που κάνει τόσο δύσκολη τη σημερινή κατάσταση και καθιστά τόσο δύσκολο το διάλογο, έχει την αιτία του και στο ίδιο το Κίεβο. Πρόκειται για το γεγονός ότι έχει συντελεστεί ένα μοιραίο σπάσιμο ενός ταμπού, το οποίο μάλιστα χειροκροτούμε. Το σπάσιμο του ταμπού έγκειται στο γεγονός ότι επετράπη για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια αυτού του αιώνα σε εθνικιστές ιδεολόγους, πραγματικούς φασίστες να συμμετάσχουν σε μία κυβέρνηση και αυτό παραπάει». Deutsche Welle