«Ανεπαρκής η μείωση του ελληνικού χρέους» λέει ο Χρίστοφ Μ. Σμιτ

Ο Χρίστοφ Μ. Σμιτ, ένας εκ των «σοφών» της γερμανικής οικονομίας (μέλος του πενταμελούς συμβουλίου οικονομικών εμπειρογνωμόνων της γερμανικής κυβέρνησης) και πρόεδρος του Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών με έδρα στη Ρηνανία – Φεστφαλία, παραχώρησε συνέντευξη στο Focus online, στην οποία αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στην ελληνική δημοσιονομική κρίση.
«Εμείς στο συμβούλιο εμπειρογνωμόνων είχαμε προτείνει μεγαλύτερο κούρεμα του ελληνικού χρέους σε σχέση με την απόφαση που ελήφθη στην πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής της Ευρωζώνης: 50% αντί 20%. Όταν αποφασίζει κανείς να κάνει ένα τόσο σημαντικό βήμα, το να κηρυχθεί δημοσίως μία χώρα ως μερικώς ανίκανη να εξυπηρετήσει τα χρέη της, τότε θα πρέπει τουλάχιστον η ελάφρυνσή της να είναι αξιοσημείωτη. Αυτός είναι άλλωστε και ο στόχος ενός κουρέματος:
Η επανάκτηση της εμπιστοσύνης σχετικά με την αποπληρωμή του υπόλοιπου χρέους. Αυτό δεν επιτυγχάνεται με το σημερινό σχέδιο. Με το σχέδιο, που συμφωνήθηκε, αγοράζεται μόνο χρόνος. Για το λόγο αυτό θα επανέλθει η σχετική συζήτηση», υποστηρίζει ο Σμιτ συμμεριζόμενος την ανησυχία του συναδέλφου του Λαρς Φελντ στην επιτροπή εμπειρογνωμόνων, ότι η κρίση χρέους θα οξυνθεί εκ νέου το φθινόπωρο.
Σε περίπτωση δραστικού κουρέματος χρέους, οι αγορές θα υποβάθμιζαν την Ελλάδα στην κατηγορία της στάσης πληρωμών, παραδέχεται ο Σμιτ, αλλά μόνο για λίγες ημέρες. Στη συνέχεια θα ακολουθούσε μία βελτιωμένη αξιολόγηση. Το κούρεμα χρέους θα ήταν επώδυνο και ταπεινωτικό (λόγω του τρόπου που εξελίχθηκαν τα πράγματα στην Ευρώπη), αλλά είναι προτιμότερο να επιλέξει κανείς τον δρόμο που οδηγεί έξω από την κρίση. «Αυτό το τολμηρό βήμα αποφεύχθηκε. Για το λόγο αυτό το θέμα σίγουρα θα τεθεί εκ νέου», προβλέπει ο γερμανός ειδικός.
Οσον αφορά τη συμμετοχή των ιδιωτών πιστωτών της Ελλάδας στο δεύτερο πακέτο στήριξής της, ο Σμιτ εκτιμά ότι δεν υπήρξε σημαντική, αλλά δεν θα πρέπει να υποτιμάται η σημασία της συμβολικής της δύναμης. «Οποιος έχει αγοράσει τα ομόλογα σε τιμή 50% χαμηλότερη από την ονομαστική τους αξία και τα ανταλλάσσει για το 80% της αξίας τους, αποκομίζει κέρδος», εξηγεί. Υπάρχουν επομένως νικητές και ηττημένοι στην ιστορία αυτή.
Υπάρχουν δύο τρόποι να διαχειριστεί κανείς μία τέτοια κρίση, σύμφωνα με τον γερμανό «σοφό»: Είτε ρισκάρει κανείς μία χρεοκοπία και σώζει τις τράπεζες, μόλις αντιμετωπίσουν δυσκολίες, είτε ακολουθεί τον δρόμο που επέλεξε η Ευρώπη, δηλαδή δίνει στην Ελλάδα τη δυνατότητα να επιβιώσει και δεν χρειάζεται να στηρίξει τις τράπεζες.          
«Το κόστος που θα κληθούμε να πληρώσουμε θα είναι μεγάλο» τονίζει ο Σμιτ. «Το χειρότερο θα ήταν, ωστόσο, να μην καταβάλει κανείς προσπάθειες για διάσωση της Ευρωζώνης. Η στρατηγική της γερμανικής κυβέρνησης είναι κατά βάση σωστή: εφαρμόζει στην Ελλάδα όσο το δυνατόν μεγαλύτερο πίεση, ταυτόχρονα όμως αγοράζει χρόνο για να διατηρήσει την Ευρωζώνη εν ζωή».
Αναφερόμενος στη γερμανική οικονομία, ο Σμιτ δηλώνει ότι ακόμα και εφέτος θα υπάρξει ισχυρή ανάπτυξη, η οποία, όμως, θα εμφανίσει σταδιακή κάμψη από τον ερχόμενο χρόνο. Συγκεκριμένα, για το 2012 αναμένεται ανάπτυξη της τάξης του 2,3%. Για τα επόμενα χρόνια η χώρα θα επιστρέψει σε μακροπρόθεσμους ρυθμούς ανάπτυξης, που θα κινούνται λίγο άνω του 1%.
Η γερμανική οικονομία είναι μεν σταθερή και θεωρείται «ασφαλές λιμάνι» για επενδύσεις, αναγνωρίζει ο Γερμανός οικονομολόγος, αλλά η χώρα δεν είναι απομονωμένο νησί και επομένως επηρεάζεται από το τι συμβαίνει γύρω της. Οι ανασφάλειες σχετικά με την ικανότητα πληρωμών πολλών χωρών της Ευρωζώνης καθιστούν τη Γερμανία ελκυστική για επενδύσεις. Αναμενόμενη είναι, κατά τον Σμιτ, η πτώση των εξαγωγών, καθώς πολλές χώρες-εισαγωγείς των γερμανικών προϊόντων αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες. Η εσωτερική ζήτηση παίζει πλέον πολύ σημαντικό ρόλο, όχι μόνο σε επίπεδο κατανάλωσης, αλλά και επενδύσεων, σημειώνει ο ίδιος.
Τέλος, ο Σμιτ τονίζει ότι το πρωτεύον μέλημα της γερμανικής κυβέρνησης θα πρέπει να είναι η σταθεροποίηση των δημοσιονομικών της. «Εάν οι προβλέψεις μας επαληθευτούν, το ερχόμενο έτος θα έχουμε έναν σχεδόν ισοσκελισμένο προϋπολογισμό», παρατηρεί αλλά επισημαίνει, επίσης, ότι και η Γερμανία έχει ξεπεράσει τα ανώτατα όρια του Μάαστριχτ. Για τον λόγο αυτό και λαμβάνοντας υπ’ όψιν την κρίση εκατέρωθεν του Ατλαντικού είναι κρίσιμο μία χώρα να είναι αξιόπιστη και σταθερή σε μακροπρόθεσμο επίπεδο. Τα περιθώρια ευελιξίας είναι στο πλαίσιο περιορισμένα και αυτό αφορά και τις πολυσυζητημένες μειώσεις στη φορολογία

Σχόλια