Ευρωομόλογα στο βάθος του τούνελ;

Ακόμη και οικονομολόγοι εχθρικοί στην ιδέα του ευρωομόλογου συμφωνούν ότι θα ήταν η μόνη διέξοδος από την κρίση. Αλλά και η γερμανική κυβέρνηση οδηγείται σε αυτό το συμπέρασμα - ανεπίσημα βέβαια.

Αργή μεταστροφή στις τάξεις του κυβερνητικού συνασπισμού σημειώνεται σύμφωνα με τη γερμανική εφημερίδα. Welt am Sonntag. Επικαλούμενος κυβερνητικούς κύκλους ο αρθρογράφος της θεωρεί ότι στο Βερολίνο εδραιώνεται η αντίληψη πως χωρίς βήματα όπως αυτό,  δηλαδή την έκδοσης κοινού ομολόγου, θα είναι από δύσκολη έως αδύνατη η διάσωση της ευρωζώνης, καθώς η λύση με τα πακέτα διάσωσης έχει φτάσει στα όριά του.
Χρειάζονται πλειοψηφίες
Στον αγώνα αντιμετώπισης της κρίση η γερμανική κυβέρνηση φαίνεται να κάνει σκέψεις για λήψη μέτρων που ξεπερνούν ακόμη και τις κόκκινες γραμμές που έχει βάλει η ίδια με το σκεπτικό ότι η διατήρηση της ευρωζώνης με τα υπάρχοντα μέλη έχει πρωταρχική σημασία. Εδραιώνεται η αντίληψη ότι οδηγούμαστε σε μια αναδιανεμητική ένωση στη βάση της ανάληψης κοινή ευθύνης για το χρέος που θα μπορούσε να οδηγήσει και στην έκδοση κοινού ομολόγου. Βέβαια μια τέτοια εξέλιξη δεν είναι κάτι που διατυμπανίζεται, ούτε γίνεται από τη μια μέρα στην άλλη, αλλά είναι απότοκο μιας διαδικασίας ζυμώσεων γιατί απαιτούνται παραχωρήσεις και συμβιβασμούς και από τις άλλες χώρες μέλη της ευρωζώνη με αντάλλαγμα την αναδιανομή χρημάτων από τα πλούσια προς τα φτωχά.
Ένα τέτοιο βήμα που δεν είναι καθόλου εύκολο για την Μέρκελ. Είναι άγνωστο αν Φιλελεύθεροι θα ακολουθήσουν. Για αυτό και η συζήτηση στη Γερμανία θα ανοίξει μόνο όταν η επίλυση της κρίσης αποκτήσει αυστηρά δύο εναλλακτικές: ή την διάλυση της ευρωζώνης ή το στενό συντονισμό της οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής σε επίπεδο Βρυξελλών, δηλαδή κάτι σαν προστάδιο της ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης.
 
Στα ύψη τα επιτόκια
 
Αυτό συγκεκριμένα σημαίνει ότι οι χώρες με δημοσιονομικά ελλείμματα θα μπορούν να χρηματοδοτούν μέρος του χρέους τους πολύ πιο φτηνά μέσω των ευρωομολόγων. Δηλαδή στην περίπτωση της Γερμανίας, το Βερολίνο θα εγγυάται για τα χρέη άλλων χωρών βάζοντας μπροστά το καλό πιστοληπτικό της όνομα. Από την άλλη πλευρά όμως έτσι θα αυξάνονταν το κόστος δανεισμού της ίδιας. Στο Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα είναι σαφές ότι τυχόν τέτοιες δυσάρεστες αποφάσεις θα ήταν αδύνατο για τη Μέρκελ να επιτύγχανε πλειοψηφία.
Οι οικονομολόγοι εκφράζουν αντικρούουμες απόψεις στη προσπάθειά τους να εκτιμήσουν τις επιπτώσεις μιας αναδιανεμητικής ένωσης με ευρωομόλογα. Ο Κάι Κάρστενζεν από το Ινστιτούτο IFO του Μονάχου θεωρεί ότι η Γερμανία με τη νυν χρηματοδοτική της δομή θα πρέπει να πληρώσει ένα αυξημένο επιτόκιο κατά 2, 3%. Αν πάρουμε ως βάση ότι το μεικτό ετήσιο χρέος της είναι 2, 1 τρις ευρώ, σημαίνει ότι το κόστοςδανεισμού κυμαίνεται στα  47 δις ευρώ. Και επειδή λόγω του φρένου χρέους αύξηση του καθαρού χρέους δεν είναι εφικτό, η χώρα θα πρέπει είτε να αυξήσει τη φορολογία δραστικά, είτε να μειώσει επίσης δραστικά τις δαπάνες της. Το ποσό των 47 δις ευρώ αντιστοιχεί στο 15% των δαπανών που προγραμματίζει η γερμανική κυβέρνηση για το 2012.
 
Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα
 
Τα κεφάλαια του μηχανσιμού δεν επαρκούν και για την Ιταλία«Τα ευρωομόλογα θα καθησύχαζαν μακροπρόθεσμα τις αγορές, μεσοπρόθεσμα όμως θα εκτίναζαν στα ύψη τα επιτόκια» υποστηρίζει ο γερμανός οικονομολόγος. «Από την άλλη πλευρά ενδεχόμενη διάλυση της ευρωζώνης θα προκαλούσε τεράστιο κόστος» λέει ο Ντάνιελ Γκρος, διευθυντής του Κέντρου Σπουδών Ευρωπαϊκής Πολιτικής (CEPS), «Θα κατέρρεε μαζί όλο το πιστωτικό και τραπεζικό σύστημα και η απόδοση της γερμανικής οικονομίας θα μειώνονταν στο 20% ή 30%, όταν το 2009, στην κρίση επάνω η μείωση ήταν τη τάξης του 5%». Οι καταστροφικές αυτές προοπτικές κάνουν ακόμη και τους πολέμιους του ευρωομολόγου να το θεωρούν την εξέλιξη αναπότρεπτη. «Η πολιτική δεν κατόρθωσε να λύσει την κρίση εγκαίρως» υποστηρίζει ο Στέφαν Μπιλμάιερ από την τράπεζα DZ. «Τώρα δεν γίνεται χωρίς το ευρωομόλογο».
 
Και θετικές πλευρές
 
Κατά την άποψη διακεκριμένων οικονομολόγων πάντως η κορύφωση της κρίσης χρέους έχει και τη θετική της πλευρά. «Βιώνουμε αλλαγή εποχής» υποστηρίζει ο Μίχαελ Χύνερ, διευθυντής του Ινστιτούτου Γερμανικής Οικονομίας (IW). «Για καιρό οι αγορές ανέχθηκαν την αύξηση του χρέους, τώρα όμως δεν το αποδέχονται άλλο. Όπως η νομισματική πολιτική της δεκαετίας του 80 ‘εξεδίωξε’ το πληθωρισμό έτσι και η χρηματοπιστωτική πολιτική θα κάνει το ίδιος με το χρέος».  
Οι εξελίξεις πιέζουν την πολιτική να προσαρμοστεί. Για την Ιταλία και κυρίως για τις ΗΠΑ ισχύει ότι λόγω του οικονομικού τους μεγέθους θα πρέπει να εξυγιάνουν τα δημοσιονομικά τους. «Κι αυτό είναι ζήτημα πολιτικής βούλησης», υποστηρίζει ο Χύνερ.

http://www.dw-world.de/dw/article/0,,15315872,00.html

Σχόλια