Πώς η Ελλάδα από "λαγός" κατέληξε "χελώνα" στην κατασκευή UAVs


Μπάμπης Παπασπύρος

Η ιστορία της ανάπτυξης μη επανδρωμένων αεροσκαφών (UAVs) ανά τον κόσμο είναι μια διαρκώς εξελισσόμενη διαδικασία, που γνώρισε αλματώδη πρόοδο τις τελευταίες δεκαετίες. 

Ιστορικό ανάπτυξης UAVs τα τελευταία 50 χρόνια

Ήδη από το 1986, ο ισραηλινός και ο αμερικανικός στρατός ξεκίνησαν να χρησιμοποιούν τα Pioneers, ενώ από το 1991, τουλάχιστον ένα UAV βρισκόταν συνεχώς στον αέρα
. Η τεχνολογία αυτή εξελίχθηκε ραγδαία, με αποτέλεσμα σήμερα τα UAVs να αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των στρατιωτικών επιχειρήσεων παγκοσμίως. Ωστόσο, ενώ η Ελλάδα υπήρξε από τις πρώτες χώρες που επένδυσαν σε αυτήν την τεχνολογία, με τα πρώτα εγχώρια UAVs να εμφανίζονται ήδη από τη δεκαετία του 1980, η ανάπτυξη και η αξιοποίησή τους παρουσίασε σημαντικές ολιγωρίες & καθυστερήσεις.

Οι Πρώτες Απόπειρες: Ο "Πήγασος", το "Τελαμών" και το "Drone F-16"

Πήγασος Ι

Η πρώτη ελληνική προσπάθεια ανάπτυξης UAV πραγματοποιήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν η Πολεμική Αεροπορία, σε συνεργασία με την Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία (ΕΑΒ), ανέπτυξε το «Πήγασος Ι » το 1982 και το μεγαλύτερο «Τελαμών» της ΕΑΒ το 1986. Το  «Τελαμών» ήταν ένα πολύ εξελιγμένο αεριωθούμενο μη επανδρωμένο όχημα, το οποίο σχεδιάστηκε σε συνεργασία με την Northrop και βασίζεται στο αερόχημα Chuckar III της τελευταίας. Παρουσιάστηκε στην έκθεση Defendory του 1986 και είχε μέγιστη ταχύτητα 924 χλμ/ώρα και αυτονομία 740 χλμ. Το κόστος του θεωρήθηκε υπερβολικό από την Π.Α.

Στην Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία (ΕΑΒ) μια ομάδα τεχνικών με μεράκι, γνώσεις και όνειρα ξεκίνησαν το 1985 (40 χρόνια πριν!) και σε 4 χρόνια ανέπτυξαν ένα πρωτότυπο το «F-16 Drone».



Το drone ομοίωμα του F-16 , ήταν σχεδιασμένο και κατασκευασμένο από προσωπικό της ΕΑΒ, εξ ολοκλήρου από σύνθετα υλικά, υπό κλίμακα 1:5 σε σχέση με το F-16 και κινητήρα Rotax. Για την ιστορία το εν λόγω drone παρουσιάστηκε ως πρωτότυπο της ΕΑΒ στην έκθεση DEFENDORY 90 και 92 και στη ΔΕΘ!

Το «Πήγασος» γνώρισε μια πορεία με σκαμπανεβάσματα, που τελικά το κατέστησαν ένα λειτουργικό σύστημα μετά από αρκετά χρόνια.

Πήγασος ΙΙ

Το «Πήγασος» σχεδιάστηκε με σκοπό την επιτήρηση πεδίου μάχης, την αναγνώριση και τη λειτουργία ως σύστημα αναμετάδοσης ηλεκτρομαγνητικών εκπομπών. Οι πρώτες του δοκιμές πραγματοποιήθηκαν το 1982 με ερασιτεχνικά συστήματα τηλεκατεύθυνσης, ενώ το 1984-1985 παγιώθηκαν τα τεχνικά χαρακτηριστικά του και αποφασίστηκε η μαζική παραγωγή του από την ΕΑΒ. Ωστόσο, προβλήματα στις επιχειρησιακές δοκιμές του 1987-1989 οδήγησαν στην απώλεια τεσσάρων αεροσκαφών, γεγονός που πάγωσε το πρόγραμμα για αρκετά χρόνια. Τελικά, μόλις το 2002 παραδόθηκε το πρώτο πλήρες σύστημα " Πήγασος ΙΙ" στην Πολεμική Αεροπορία. Συνολικά το ΚΕΑ (Κρατικό Εργοστάσιο Αεροσκαφών) σχεδίασε και κατασκεύασε πάνω από 20 UAVs "Πήγασος ΙΙ".

Η Τουρκική Αντεπίθεση

Ενώ η Ελλάδα βρισκόταν σε στασιμότητα, η Τουρκία ακολούθησε μια εντελώς διαφορετική πορεία. Παρόλο που στις αρχές της δεκαετίας του 2000 εξαρτιόταν από ισραηλινά UAVs, γρήγορα στράφηκε στην ανάπτυξη δικών της συστημάτων. Το πρώτο μεγάλο εγχείρημα ήταν το Anka, το οποίο, αν και αρχικά αντιμετώπισε σοβαρές δυσκολίες λόγω ξένων εξαρτημάτων και τεχνικών προβλημάτων, αποτέλεσε το εφαλτήριο για την εγχώρια παραγωγή.

Η μεγάλη τομή ήρθε με τη συνεργασία της ιδιωτικής εταιρείας Baykar με την Kale, που ανέπτυξε το διάσημο Bayraktar TB-2. Από το 2011, η Τουρκία ξεκίνησε τη σειριακή παραγωγή του, με την πρώτη πτήση του Block B (TB-2) να πραγματοποιείται το 2014. Μέχρι το 2015, η Τουρκία είχε ήδη παραδώσει δώδεκα UAVs στις ένοπλες δυνάμεις της, σηματοδοτώντας την απαρχή μιας νέας εποχής στη χρήση και εξαγωγή των τουρκικών drones.

Γιατί η Ελλάδα Έμεινε Πίσω;

Η Ελλάδα, αν και ξεκίνησε νωρίτερα από την Τουρκία την ανάπτυξη UAVs, έχασε το πλεονέκτημά της λόγω διαφόρων παραγόντων:

  • Έλλειψη στρατηγικής συνέχειας: Τα προγράμματα, όπως ο «Πήγασος», συχνά διακόπτονταν λόγω προβλημάτων, σκοπιμοτήτων ή αλλαγών στις προτεραιότητες.
  • Απουσία ιδιωτικής πρωτοβουλίας: Σε αντίθεση με την Τουρκία, όπου η Baykar και άλλες ιδιωτικές εταιρείες έπαιξαν καθοριστικό ρόλο, στην Ελλάδα η ανάπτυξη UAVs έμεινε σχεδόν αποκλειστικά υπό κρατική διαχείριση.
  • Γραφειοκρατικά και οικονομικά εμπόδια: Η υποχρηματοδότηση και η αδυναμία δημιουργίας ευνοϊκού επιχειρηματικού περιβάλλοντος εμπόδισαν την ανάπτυξη μιας ανταγωνιστικής βιομηχανίας.
  • Αργή προσαρμογή στις τεχνολογικές εξελίξεις: Οι ελληνικές προσπάθειες παρέμειναν σε παρωχημένες τεχνολογίες, ενώ άλλες χώρες προχώρησαν με ταχύτατους ρυθμούς.

Υπήρχε Πραγματική Βούληση για Ανάπτυξη Ελληνικού UAV;

Ένα από τα βασικά ερωτήματα που προκύπτουν είναι το κατά πόσο υπήρξε η αναγκαία πολιτική και στρατιωτική θέληση για την ανάπτυξη, χρηματοδότηση και υιοθέτηση ενός ελληνικού UAV. Παρά τις πρώτες επιτυχημένες προσπάθειες, η απουσία διαρκούς επένδυσης και στρατηγικής υποστήριξης έδειξε ότι η προτεραιότητα δεν δόθηκε στην ανάπτυξη εγχώριας τεχνολογίας. Αντιθέτως, η Ελλάδα βασίστηκε για χρόνια στην προμήθεια έτοιμων λύσεων από το εξωτερικό, γεγονός που την άφησε πίσω σε σχέση με άλλες χώρες.

Θα Αλλάξει Αυτή η Νοοτροπία;

Ένα άλλο κρίσιμο ερώτημα είναι αν το μάθημα της αποτυχίας του παρελθόντος έχει γίνει πραγματικά κατανοητό. Εφόσον στο παρελθόν υπήρξε αδράνεια παρά τις δυνατότητες ανάπτυξης, γιατί να αλλάξει τώρα αυτή η κατάσταση; Οι πρόσφατες εξαγγελίες για ανάπτυξη νέων ελληνικών UAVs δίνουν ελπίδες, αλλά χωρίς σταθερή στρατηγική και συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα, υπάρχει ο κίνδυνος να επαναληφθούν τα ίδια λάθη.

Η πορεία της Ελλάδας στην ανάπτυξη UAVs είναι χαρακτηριστική μιας χώρας που ξεκίνησε δυναμικά αλλά δεν μπόρεσε να εκμεταλλευτεί τις αρχικές της επιτυχίες. Ενώ το «Πήγασος» υπήρξε πρωτοποριακό για την εποχή του, η έλλειψη μακροπρόθεσμου σχεδιασμού, η πολιτική βούληση, η μή χρηματοδότηση και η αδυναμία συνεργασίας με τον ιδιωτικό τομέα οδήγησαν σε μια στασιμότητα που επέτρεψε σε χώρες όπως η Τουρκία να αναδειχθούν σε ηγέτες του τομέα. 

Η πρόσφατη αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος με την ανάπτυξη και κατασκευή ελληνικών UAVs δίνει ελπίδες, αλλά απαιτείται συστηματική και στοχευμένη στρατηγική για να καλυφθεί το χαμένο έδαφος.


Σχόλια