Όπλα και εξοπλιστικά προγράμματα χωρίς φρόνημα δεν αποτρέπουν πολέμους


Μπάμπης Παπασπύρος

Η ιστορία των κρατών, μικρών και μεγάλων, διδάσκει ένα σταθερό και συχνά σκληρό μάθημα: κανείς δεν επιτίθεται σε όποιον είναι προετοιμασμένος όχι μόνο στρατιωτικά, αλλά και ψυχικά. Όταν ένα έθνος είναι εξοπλισμένο «σαν αστακός», με σύγχρονα μέσα, σαφή στρατηγική και υψηλό εθνικό φρόνημα, η απειλή παραμένει συνήθως θεωρητική. Αντιθέτως, όταν το φρόνημα κλονίζεται, όταν η κοινωνία αμφιβάλλει για τον εαυτό της και οι Ένοπλες Δυνάμεις αντιμετωπίζονται περισσότερο ως κόστος παρά ως επένδυση, τότε ακόμη και η υλική στρατιωτκή ισχύς χάνει τη σημασία της. Η αποτροπή καταρρέει εκ των έσω.

Η έννοια της αποτροπής δεν περιορίζεται στους αριθμούς των μαχητικών αεροσκαφών, των φρεγατών ή των τεθωρακισμένων. Η πραγματική αποτροπή είναι σύνθετη. Περιλαμβάνει τη βούληση χρήσης της ισχύος, τη σαφή πολιτική απόφαση ότι τα εθνικά συμφέροντα δεν είναι διαπραγματεύσιμα υπό πίεση και κυρίως, την πεποίθηση της κοινωνίας ότι αξίζει να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Ένα κράτος μπορεί να διαθέτει υπερσύγχρονα οπλικά συστήματα, αλλά αν εκπέμπει ανασφάλεια, εσωτερική διχόνοια και πολιτική αμφιθυμία, τότε μετατρέπεται σε εύκολο στόχο για τον αναθεωρητισμό των γειτόνων του.

Το εθνικό φρόνημα λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής ισχύος. Δεν φαίνεται στους στρατιωτικούς προϋπολογισμούς, αλλά αποτυπώνεται καθαρά στη συμπεριφορά του αντιπάλου. Ένας γείτονας που αντιλαμβάνεται ότι απέναντί του έχει ένα έθνος αποφασισμένο, με κοινωνική συνοχή και εμπιστοσύνη στις Ένοπλες Δυνάμεις του, θα σκεφτεί δύο και τρεις φορές πριν επιχειρήσει οποιαδήποτε πρόκληση. Αντίθετα, όταν τα μηνύματα που εκπέμπονται είναι σύγχυση, εσωτερική αμφισβήτηση και διαρκής υποτίμηση της εθνικής άμυνας, τότε η πρόκληση μετατρέπεται σε πειρασμό.

Η αποδυνάμωση του φρονήματος δεν προκύπτει τυχαία. Καλλιεργείται μέσα από χρόνια απαξίωσης των θεσμών, ιδίως των Ενόπλων Δυνάμεων, μέσα από την αντίληψη ότι η άμυνα είναι «αναγκαίο κακό» και όχι πυλώνας εθνικής επιβίωσης. Προκύπτει επίσης από τη σύγχυση ανάμεσα στον πατριωτισμό και τον εθνικισμό, όπου κάθε αναφορά στην ανάγκη ισχύος και αυτοάμυνας βαφτίζεται υπερβολή ή αναχρονισμός. Όμως η διεθνής πραγματικότητα, ιδιαίτερα σε περιοχές με ιστορικά φορτισμένες σχέσεις και ανοιχτές διεκδικήσεις, διαψεύδει όσους πιστεύουν ότι η καλή πρόθεση αρκεί.

Η ισχυρή άμυνα δεν είναι επιθετικότητα, είναι προϋπόθεση ειρήνης. Όσο πιο ξεκάθαρη και αξιόπιστη είναι η αποτρεπτική ισχύς ενός κράτους, τόσο μειώνονται οι πιθανότητες σύγκρουσης. Η ειρήνη δεν εξασφαλίζεται με ευχές, αλλά με ισορροπία ισχύος και αποφασιστικότητα. 

Σε αυτό το πλαίσιο, το εθνικό φρόνημα δεν αφορά μόνο τους στρατιωτικούς. Αφορά την παιδεία, τη δημόσια συζήτηση, τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία αντιλαμβάνεται τον ρόλο της στον κόσμο και τα όρια που είναι διατεθειμένη να υπερασπιστεί.

Όταν το φρόνημα κλονίζεται, τότε ακόμη και ο καλύτερος εξοπλισμός αδρανοποιείται πολιτικά και ψυχολογικά. Η αμφιβολία γίνεται ο μεγαλύτερος σύμμαχος του αντιπάλου. Αντιθέτως, όταν υπάρχει σαφής εθνική αυτοπεποίθηση, η ισχύς αποκτά νόημα και η αποτροπή λειτουργεί χωρίς να χρειαστεί να δοκιμαστεί στο πεδίο της σύγκρουσης.

Τελικά, η εθνική ασφάλεια δεν είναι μόνο θέμα υλικών δυνατοτήτων, αλλά πρωτίστως θέμα βούλησης. Ένα έθνος εξοπλισμένο «σαν αστακός» και με υψηλό φρόνημα δεν προκαλεί, αλλά δεν προκαλείται εύκολα. Και αυτό είναι ίσως το πιο ουσιαστικό μάθημα που προσφέρει η ιστορία σε όσους είναι διατεθειμένοι να την ακούσουν.


Σχόλια