Η χαμένη αρετή της διοικητικής συνέχειας στην Ελλάδα


Μπάμπης Παπασπύρος

Ένα από τα πιο διαχρονικά και βαθιά προβλήματα του ελληνικού κράτους δεν είναι τόσο η έλλειψη ιδεών, σχεδίων ή ανθρώπινου δυναμικού, όσο η απουσία συνέχειας στη Διοίκηση. Από τα ανώτατα πολιτικά αξιώματα μέχρι τα μεσαία και ανώτερα κλιμάκια της δημόσιας διοίκησης και συχνά στις δημόσιες επιχειρήσεις, κάθε αλλαγή προσώπων συνοδεύεται συνήθως από μια σχεδόν τελετουργική «επανεκκίνηση». Σαν να μη προϋπήρξε τίποτα. Σαν να μη δαπανήθηκαν πόροι, χρόνος, πολιτικό κεφάλαιο και κόπος από τους προηγούμενους.

Η πρακτική αυτή δεν είναι απλώς άδικη είναι και βαθιά αντιπαραγωγική.

Η κουλτούρα της ρήξης αντί της συνέχειας

Στην Ελλάδα, η αλλαγή υπουργού, γενικού γραμματέα ή διοικητή οργανισμού συχνά αντιμετωπίζεται ως ευκαιρία για «επανίδρυση». Έργα που βρίσκονται σε εξέλιξη βαφτίζονται εκ νέου, παλαιά προγράμματα παρουσιάζονται ως καινοφανείς πρωτοβουλίες και εξοπλισμοί που είχαν δρομολογηθεί χρόνια πριν εμφανίζονται ως «νέες επιτυχίες» της εκάστοτε ηγεσίας.

Αυτό δεν είναι απλώς θέμα επικοινωνιακής υπερβολής. Είναι συστηματική διαγραφή μνήμης. Το ιστορικό των αποφάσεων, οι τεχνικές δυσκολίες που ξεπεράστηκαν, οι συμβιβασμοί που έγιναν και οι άνθρωποι που δούλεψαν σκληρά για να φτάσει ένα έργο μέχρι ένα ώριμο στάδιο, εξαφανίζονται από το δημόσιο αφήγημα.

Το αποτέλεσμα; Μια χώρα που μοιάζει να ξεκινά διαρκώς από το μηδέν.

Η αδικία προς τους προκατόχους και προς την ίδια τη χώρα

Η μη αναγνώριση του έργου των προκατόχων δεν είναι απλώς ηθικά προβληματική. Υπονομεύει τη θεσμική σοβαρότητα του κράτους. Όταν κάθε νέα ηγεσία εμφανίζεται ως ο «πρώτος που σκέφτηκε κάτι», στέλνει τρία επικίνδυνα μηνύματα:

  • Στους δημοσίους λειτουργούς: Ότι η δουλειά τους μπορεί αύριο να διαγραφεί πολιτικά, ανεξαρτήτως ποιότητας και αποτελέσματος. Αυτό αποθαρρύνει την επένδυση σε μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και ενισχύει τη λογική «κάνε ό,τι προλάβεις μέχρι να αλλάξει η κυβέρνηση».
  • Στους πολίτες: Ότι τίποτα δεν είναι σταθερό, τίποτα δεν έχει συνέχεια, τίποτα δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο. Έτσι καλλιεργείται κυνισμός, δυσπιστία και αίσθηση διαρκούς προχειρότητας.
  • Στους διεθνείς εταίρους και επενδυτές: Ότι το ελληνικό κράτος δεν λειτουργεί ως ενιαίος θεσμός με μνήμη, αλλά ως διαδοχή αποσπασματικών «καθεστώτων» με αντικρουόμενες προτεραιότητες.

Δημόσιος και ιδιωτικός τομέας: δύο διαφορετικοί κόσμοι

Η αντίθεση με τον ιδιωτικό τομέα είναι αποκαλυπτική. Σε μια σοβαρή επιχείρηση, μια νέα διοίκηση, συνήθως, δεν ακυρώνει συλλήβδην το στρατηγικό σχέδιο της προηγούμενης, ούτε παρουσιάζει παλιά projects ως «δικά της» χωρίς αναφορά στο παρελθόν. Αντιθέτως:

  • γίνεται αξιολόγηση της υφιστάμενης κατάστασης,
  • διατηρούνται όσα λειτουργούν,
  • διορθώνονται όσα υστερούν,
  • και χτίζεται πάνω σε ήδη επενδεδυμένο χρόνο και χρήμα.

Στο Δημόσιο, όμως, η λογική είναι συχνά πολιτική και όχι θεσμική: «δικό μας» είναι μόνο ό,τι ξεκίνησε μετά την ανάληψη των καθηκόντων μας. Όλα τα άλλα είτε αποσιωπούνται είτε παρουσιάζονται ως αποτυχημένα, ακόμα κι αν αντικειμενικά δεν είναι.

Το κόστος της ασυνέχειας

Η έλλειψη διοικητικής συνέχειας δεν είναι απλώς θέμα εικόνας. Έχει απτό οικονομικό και στρατηγικό κόστος:

  • Καθυστερήσεις έργων λόγω επανασχεδιασμού, επαναδιαπραγμάτευσης ή αλλαγής προτεραιοτήτων.
  • Σπατάλη πόρων σε μελέτες, συμβάσεις και δομές που ακυρώνονται ή «παγώνουν».
  • Απώλεια θεσμικής μνήμης, καθώς στελέχη μετακινούνται και γνώση δεν μεταφέρεται οργανωμένα.
  • Αδυναμία μακροπρόθεσμου σχεδιασμού, ιδίως σε κρίσιμους τομείς όπως η άμυνα, οι υποδομές, η ενέργεια και η ψηφιακή μετάβαση.

Σε σοβαρές χώρες, οι κυβερνήσεις αλλάζουν, αλλά οι βασικοί εθνικοί στόχοι και τα μεγάλα προγράμματα έχουν συνέχεια δεκαετιών. Στην Ελλάδα, αντιθέτως, η πολιτική εναλλαγή συχνά ισοδυναμεί με στρατηγική αμνησία.

Τι θα σήμαινε θεσμική ωριμότητα

Η αναγνώριση του έργου των προκατόχων δεν μειώνει το κύρος της εκάστοτε ηγεσίας. Το ενισχύει. Δείχνει αυτοπεποίθηση, σοβαρότητα και σεβασμό στους θεσμούς. Μια ώριμη διοίκηση θα όφειλε:

  • να παρουσιάζει με σαφήνεια το ιστορικό κάθε μεγάλου έργου,
  • να διαχωρίζει τί κληρονόμησε και τί βελτίωσε ή επιτάχυνε,
  • να αναγνωρίζει δημόσια τη συμβολή προηγούμενων ομάδων,
  • και να διατηρεί έναν πυρήνα διοικητικής συνέχειας ανεξαρτήτως πολιτικής αλλαγής.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να αλλάζουν πολιτικές ή προτεραιότητες. Σημαίνει όμως ότι οι αλλαγές πρέπει να πατούν πάνω σε γνώση, δεδομένα και ήδη συντελεσμένο έργο – όχι πάνω στην ανάγκη επικοινωνιακής αυτοδικαίωσης.

Χωρίς συνέχεια, δεν υπάρχει πρόοδος

Η Ελλάδα δεν πάσχει από έλλειψη ικανών ανθρώπων ούτε από απουσία σχεδίων. Πάσχει από θεσμική ανωριμότητα και από μια πολιτική κουλτούρα που συγχέει τη διακυβέρνηση με την προσωπική σφραγίδα.

Όσο κάθε νέα ηγεσία αισθάνεται την ανάγκη να «γκρεμίσει» συμβολικά ό,τι βρήκε για να χτίσει το δικό της αφήγημα, η χώρα θα σπαταλά ενέργεια σε κύκλους επανεκκίνησης αντί να κινείται μπροστά σε τροχιά προόδου.

Η διοικητική συνέχεια δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι προϋπόθεση σοβαρού κράτους. Και χωρίς αυτήν, κανένα εξοπλιστικό πρόγραμμα, κανένα αναπτυξιακό σχέδιο και καμία μεταρρύθμιση δεν μπορεί να αποδώσει στο βάθος χρόνου.

Σχόλια